12 Οκτωβρίου, 2016

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

 

Για να προχωρήσει κανείς στην διατύπωση καίριων πρακτικών εκκλησιαστικών προβληματισμών οφείλει να τολμήσει να θέσει το πρωταρχικό ερώτημα «τι είναι Εκκλησία» και κατ επέκταση ποιός είναι ο σκοπός και ποιά η αποστολή της Εκκλησίας μέσα στην ιστορία και πέρα από αυτήν.

Διότι η Εκκλησία πάνω απ όλα είναι ζωή και η ζωή δεν ορίζεται, αλλά βιώνεται. Βιώνεται μέσα από τον διάλογο, που ο ίδιος ο Κύριος μας ανοίγει με τον άνθρωπο κάθε εποχής προκειμένου να απαντήσει στα μεγάλα υπαρξιακά του προβλήματα και ερωτήματα.

Έρχεται ο Χριστός μέσα στην καρδιά της ανθρώπινης περιπέτειας και αναζήτησης και προκαλεί την ανθρώπινη ελευθερία δίνοντας τους όρους και τα όρια, για να μπορέσει ο άνθρωπος να ζήσει την όντως ζωή: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου. αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. δευτέρα δε ομοία αυτή· αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται».

Όλο το νόημα της ζωής, άρα και η φύση της Εκκλησίας, βρίσκεται σε αυτήν την προοπτική ζωής. Στην αγαπητική κοινωνικότητα και κινητικότητα τόσο στην κάθετη όσο και στην οριζόντια διάστασή της. Ένας κόσμος που μπορεί να στρέψει την ελευθερία του στην αγάπη προς τον Θεό και στην αγάπη προς τον άλλον ανθρωπο είναι η Εκκλησία.

Η Εκκλησία δηλαδή είναι ο κόσμος όπως τον θέλει ο Θεός έως την εσχατολογική ακεραίωσή του. Η Εκκλησία δεν είναι η Βασιλεία αλλά εικόνα Της. Παραπέμπει σε αυτή προληπτικά, προσκαλεί στην ενθαδική μετοχή της από του νυν και έως του αιώνος.

Τα συστατικά στοιχεία αυτής της κοινότητας των εσχάτων διαφοροποιούν ουσιωδώς την Εκκλησία από οποιοδήποτε άλλο θεσμό του κόσμου τούτου, γι αυτό και πολλές φορές είναι δύσκολο να μας καταλάβουν και να μας κατανοήσουν, και συγχρόνως πολύ εύκολο να μας παρεξηγήσουν, να μας δουν με επιφυλακτικότητα, να μας αντιμετωπίσουν με καχυποψία. Ασφαλώς εμείς δεν παρεξηγούμε αυτούς που δεν μπορούν να μας καταλάβουν και να μας αποδεχθούν.

Δεν είναι εύκολο κανείς να κατανοήσει ότι μπορεί να υπάρχει ένας θεσμός που ενώ τόσο πολύ μπορεί και οφείλει να ομοιάζει εξωτερικά με όλους τους άλλους θεσμούς – να έχει συγκεκριμένη θέση στο πολιτειακό status, να έχει (αυτο) διοίκηση, εσωτερικό δίκαιο και κανονιστική νομοθεσία, δομή και οργάνωση, οικονομική αυτοτέλεια και τεχνογνωσία, κατηρτισμένο προσωπικό και εξειδικευμένα στελέχη – και συγχρόνως μπορεί και οφείλει να διαφέρει τόσο πολύ από όλους τους άλλους θεσμούς, διότι ασκεί μία και μοναδική εξουσία: την εξουσία να αγαπά.

Να αγαπά ολοκληρωτικά τον Θεό και απροϋπόθετα τον άνθρωπο. Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού και ως τέτοια ούτε μάχεται ούτε λησμονεί τους υλικούς και ιστορικούς όρους της ιστορίας. Η Εκκλησία προσλαμβάνει, θεραπεύει και αναφέρει στον θρόνο του Θεού τον κόσμο, τις συστατικές προϋποθέσεις και τη λειτουργία τους.

Αυτή η αγαπητική πρόσληψη του κόσμου από την Εκκλησία δεν χωράει διακρίσεις ούτε υπόκειται σε κανενός είδους περιορισμό. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο Κύριος μας στον διάλογό του με τον ανήσυχο άνθρωπο που αναζητάει την αιώνια, την αληθινή δηλαδή ζωή, εξειδικεύει και ερμηνεύει το νόημα της πραγματικής αγάπης μέσα από την παραβολή του καλού σαμαρείτη και απαντά τόσο τολμηρά και ρηξικέλευθα στην πάντοτε επίκαιρη ερώτηση: «τις εστί μου πλησίον».

«Πλησίον» δεν είναι ο ομοεθνής, δεν είναι ο ομόθρησκος, δεν είναι ο ομόγλωσσος, δεν είναι ο ομοϊδεάτης, δεν είναι ο συστρατευμένος σε μία κοινή πεποίθηση η ιδεολογία. «Πλησίον» είναι «ο ποιήσας το έλεος». Όρος και προϋπόθεση της αληθινής ζωής είναι η ευσπλαχνία, η αγάπη η θυσιαστική, αυτή η αγάπη που υπερβαίνει κάθε εγωιστική αγκίστρωση, κάθε προκατάληψη, κάθε εμπόδιο.

Ο αλλοεθνής σαμαρείτης γίνεται τύπος και τόπος του Χριστού, για να φανερώσει ότι η Εκκλησία είναι το «πανδοχείον» της αγάπης, αφού δέχεται τους πάντες και τα πάντα, προσλαμβάνει και θεραπεύει τους πάντες και τα πάντα:«το γαρ απρόσληπτον και αθεράπευτον, ο δε ήνωται τω Θεώ τούτο και σώζεται» κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεόλογο.

Συνεπώς η προοπτική αυτή της Εκκλησίας αφορά ανεξαιρέτως στον κάθε τραυματισμένο άνθρωπο κάθε εποχής, τον οποίο σπλαχνίζεται και δένει τα τραύματά του «επιχέων έλαιον και οίνον».

Η Εκκλησία ούτε συσχηματίζεται με την ιστορία καθιστάμενη άθυρμά της, ούτε δραπετεύει από αυτήν· την προσλαμβάνει, «επιβιβάσας αυτήν εις το ίδιον κτήνος», και τη μεταμορφώνει. Μεταμόρφωση σημαίνει την ανακαινιστική διάρρηξη του παρόντος από το μέλλον. Γιατί η Εκκλησία λαμβάνει ταυτότητα από τα έσχατα.

Αυτή η εσχατολογική πραγματικότητα ξεκαθαρίζει με απόλυτη σαφήνεια και κατηγορηματικότητα ότι αιώνια ζωή υπάρχει μόνο στην αληθινή αγάπη: «επείνασα γαρ, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός, και περιεβάλετέ με, ησθένησα, και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην, και ήλθετε προς με»

Η Εκκλησία είναι η αληθινή ζωή στον βαθμό που βιώνει μέσα στην τραγικότητα της ιστορίας αυτήν την εσχατολογική πραγματικότητα. Όταν δηλαδή υπάρχει για τον άνθρωπο και όχι όταν υπάρχει ο άνθρωπος γι αυτήν.

 Όταν υπάρχει για τον αναγκεμένο και πονεμένο άνθρωπο κάθε εποχής. Και όταν τον διακονεί αγαπητικά, γιατί στο πρόσωπο του κάθε ελαχίστου αδελφού είναι ο ίδιος ο Χριστός:«εφ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε».

Ως πυρηνικό στοιχείο κατανόησης το παραπάνω, προσανατολίζει την Εκκλησία στο ραγδαία μεταβαλλόμενο περιβάλλον της παρούσης εποχής. Εκκοσμίκευση, φονταμενταλισμοί, εθνικισμοί, οικολογική κρίση, φτώχεια, πόλεμοι, προσφυγιά, άσκηση κάθε μορφής βίας, οικονομικοί ανταγωνισμοί, σύγκρουση συμφερόντων, μηδενιστική σχετικοκρατία, δικαιωματοκεντρισμός είναι μερικά από τα κύρια χαρακτηριστικά του σπαρασσόμενου κόσμου μας.

Θυμίζει η εποχή μας και ο κόσμος μας αυτόν τον φιλόδοξο νέο, που απομακρύνθηκε από τις ρίζες της πραγματικής ζωής, αυτονομήθηκε από την ασφάλεια και σιγουριά της παραδόσεώς του, και «απεδήμησεν εις χώραν μακράν, και εκεί διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως».

Η Εκκλησία παραμένει αυτή η ανοιχτή ευσπλαχνική αγκαλιά, που προσμένει τον άνθρωπο να έλθει «εις εαυτόν», να βρει την δύναμη να πει «αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου» να μετανοήσει δηλαδή, να αλλάξει νου, τρόπο σκέψης, νοοτροπίας και ζωής, και από αυτοκαταστροφική θεότητα να μεταμορφωθεί σε κατά χάριν Θεό.

Η Εκκλησία στον σύγχρονο κόσμο της διαρκούς ρευστότητας διαθέτει το ακίνητο - αμετάβλητο (δόγμα) στοιχείο της Αποκάλυψης και το κινητό - μεταβαλλόμενο (ποιμαντική πράξη) στοιχείο της προκειμένου να φανερώνει το είναι Της. Δεν αποτελεί υποχρέωση «προοδευτικότητας» η συνεχής ποιμαντική μέριμνα προσαρμογής στα σύγχρονα δεδομένα αλλά όρο επαλήθευσης της φύσης της Εκκλησίας.

Και η εκκοσμίκευση και η απολίθωση είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, που φανερώνουν απουσία του μυστηρίου της Πεντηκοστής: αγιοπνευματική ενότητα εν ετερότητι. Το ζητούμενο αυτό της ενότητας το διαζωγραφίζουν τα λόγια του Οσίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου ως εξής:

«ο Χριστός προσεύχεται στον Πατέρα Του λέγοντας "ίνα ώσιν εν." Το λέει και το ξαναλέει κι οι απόστολοι παντού το τονίζουν. Αυτό είναι το μεγαλύτερο βάθος, η μεγαλύτερη έννοια που έχει η Εκκλησία. Εκεί βρίσκεται το μυστήριο· να ενωθούν όλοι σαν ένας άνθρωπος εν Θεώ.[…] Είμαστε ένα ακόμη και με τους ανθρώπους που δεν είναι κοντά στην Εκκλησία».

Μέσα ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο κινείται και πορεύεται η Εκκλησία του Χριστού, όπου γης, εδώ και είκοσι και πλέον αιώνες. Όποιες και αν είναι οι ιστορικές συνθήκες παρουσίας της Εκκλησίας, όποιο και εάν είναι το πολιτιστικό περιβάλλον κάθε εποχής, όποιες και να είναι οικονομικές περιστάσεις, όπως και αν διαμορφώνονται κατά περίοδο οι ιστορικοί και γεωπολιτικοί συσχετισμοί, η Εκκλησία ακολουθεί αταλάντευτα την πορεία της μέσα στον κόσμο πάνω ακριβώς στο σταθερό θεμέλιο της αγάπης προς τον Θεό και της αγάπης προς τον άνθρωπο.

Η αδιάψευστη εμπειρία της ιστορίας όλης της οικουμένης έχει αποδείξει ότι η Εκκλησία πορεύεται «εν τω κόσμω», αλλά δεν είναι «εκ του κόσμου τούτου». Διότι είναι η Εκκλησία του Χριστού, και ως εκ τούτου «ουκ ήλθε διακονηθήναι», αλλά «διακονήσαι». Η υπερδισχιλιετής παρουσία της Εκκλησίας μέσα στην οικουμένη δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία διακονία αγάπης εν Χριστώ Ιησού.

Αυτή η διακονία της αληθινής αγάπης και θυσιαστικής προσφοράς, με όλες τις επιμέρους μορφές και εκφράσεις της, δημιούργησε και την λεγόμενη εκκλησιαστική περιουσία, το απαραίτητο υλικό μέσο για την ευόδωση των σκοπών της Εκκλησίας, καθώς η αγάπη της Εκκλησίας δεν είναι ένας άγευστος συναισθηματισμός, μία ανούσια αγαπολογία, αλλά αγάπη σαρκωμένη, αγάπη που σαρκώνεται στα προβλήματα και στον πόνο των ανθρώπων κάθε εποχής.

Απόσπασμα από την Εισήγηση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερωνύμου  στην Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της 4ης Οκτωβρίου 2016.

 


Δημοσίευση σχολίου