07 Μαρτίου, 2016

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ

 

Στις μέρες μας αναπτύσσεται ιδιαίτερη δραστηριότητα στον τομέα της Oικουμενικής Kινήσεως και γίνεται ευρύτατα λόγος για την προσέγγιση Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών και την πορεία προς την «ενότητα των εκκλησιών». Την πορεία αυτή σημάδεψαν μία σειρά επιλογές, αποφάσεις και γεγονότα στην διάρκεια του 21ου αιώνα τα οποία παρουσιάζουμε κατωτέρω.
 
Στην ιστορική αυτή ανασκόπηση θα εκθέσουμε, εν συντομία, τα σπουδαιότερα από τα γεγονότα αυτά στηριζόμενοι στα αυθεντικά κείμενα, τα πορίσματα, τις δηλώσεις, τις συνεντεύξεις, καθώς και στις εργασίες καταξιωμένων και κοινά αποδεκτών μελετητών, που τις περισσότερες φορές μάλιστα αποτελούν τους επίσημους εκφραστές η υποστηρικτές της οικουμενικής κινήσεως και των επιλογών του Οικουμενικού Πατριαρχείου το οποίο πρωτοστάτησε σ’ αυτή την προσέγγιση.

Οι ιστορικές ρίζες της προσεγγίσεως Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών και εν γένει της Oικουμενικής Kινήσεως βρίσκονται στις δύο εγκυκλίους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αυτές του 1902 και του 1920. Με τις δύο αυτές εγκυκλίους, και κυρίως με αυτή του 1920, το Οικουμενικό Πατριαρχείο επέφερε μία τομή στην μέθοδο προσεγγίσεως των ετεροδόξων και στην θεολογική βάση επί της οποίας στηρίζεται αυτή η προσέγγιση.

«Αυτό που αιφνιδιάζει», παρατηρεί ο π. Γ. Μεταλληνός, «είναι η χρησιμοποιούμενη στο κείμενο αυτό γλώσσα. Χωρίς καμμία, και στο ελάχιστο, κίνηση επιστροφής του προτεσταντικού κόσμου στην εκκλησιαστικότητα, και ενώ 32 χρόνια πριν είχε δογματισθεί το παπικό αλάθητο στην Α Βα­τι­κα­νή(1870), οι χριστιανικές αιρέσεις της Δύσεως καλούνται ‘αι δύο μεγάλες του Χριστιανισμού αναδενδράδες’»

Για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτόν τον αιφνιδιασμό εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου και την τομή που επέφερε με τις δύο εγκυκλίους του (1902 και 1920) στα θεολογικά, αλλά και ιστορικά δεδομένα της εποχής, θα αναφερθούμε σε κάποια συγκεκριμένα γεγονότα που προηγήθηκαν και που είναι δηλωτικά του πνεύματος που επικρατούσε την περίοδο εκείνη, το οποίο κάθε άλλο παρά τον διάλογο και την προσέγγιση με το Βατικανό ευνοούσε.

Η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1895:Είναι χαρακτηριστικό ότι επτά μόλις χρόνια πριν την έκδοση της εγκυκλίου του 1902, εκδόθηκε η Πατριαρχική εγκύκλιος του 1895 η οποία αποτελούσε την απάντηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τον Πάπα Λέοντα τον ΙΓ καί η οποία μας περιγράφει ανάγλυφα και αποκαλυπτικά το επίπεδο των σχέσων και το κλίμα που επικρατούσε μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών εκείνη την περίοδο, τις αιρετικές πλάνες του παπισμού και την ύπουλη διείσδυσή του στους κόλπους της Ορθοδοξίας μέσω της Ουνίας.

Συγκεκριμένα στις 20 Ιουνίου του 1894 ο Πάπας Λέων ο ΙΓ απηύθηνε την εγκύκλιο «Praeclara gratulationis» «προς τους ηγεμόνας και τους λαούς της οικουμένης» με την οποία καλούσε την Ορθόδοξη Εκκλησία σε μία ουνιτικού τύπου ένωση με το Βατικανό.

Αναγνώριζε δηλαδή στους Ορθοδόξους το δικαίωμα να διατηρήσουν το λειτουργικό τυπικό και τις παραδόσεις τους, αρκεί να αναγνωρίσουν την εξουσία του Πάπα και μάλιστα ως αλάθητου, όπως πρόσφατα είχε θεσπισθεί και με την μορφή δόγματος από τους Ρωμαιοκαθολικούς στην Α΄ Βα­τι­κα­νή Σύνοδο το 1870.

Ταυτόχρονα οργάνωσε με δυναμικώτερο τρόπο και μεγαλύτερη ένταση την δράση των Ουνιτών στην Ορθόδοξη Ανατολή και τον εις βάρος των ορθοδόξων πιστών προσηλυτισμό. Μπροστά σ’ αυτή την απροκάλυπτη επίθεση των παπικών το Οικουμενικό Πατριαρχείο αμύνεται υπέρ της ακεραιότητος του ορθοδόξου ποιμνίου το οποίο επιχειρεί να ενημερώσει και να προστατεύσει με την εγκύκλιο του 1895, όπου γίνεται εκτενής ανάλυση των παπικών πλανών.

Η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1895,αποτυπώνει, επισης, με χαρακτηριστικό τρόπο το κλίμα που επικρατούσε την περίοδο εκείνη στις σχέσεις Ορθοδόξων και Pωμαιοκαθολικών και τις βλέψεις του Βατικανού έναντι των Ορθοδόξων:«Εν εσχάτοις δε χρόνοις ο πονηρός διέσπασεν από της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού και έθνη ολόκληρα της Δύσεως, εμφυσήσας τοις επισκόποις της Ρώμης φρονήματα υπερφιάλου αλαζονείας, ποικίλας γεννησάσης καινοτομίας αθέσμους και αντευαγγελικάς.

Και ου μόνον τούτο, αλλά δη και παντί τρόπω αγωνίζονται οι κατά καιρόν Πάπαι της Ρώμης, ίνα υποτάξωσιν εις τας εαυτών πλάνας την ακραδάντως ανά την Ανατολήν τη πατροπαραδότω της πίστεως ορθοδοξία στοιχούσαν Καθολικήν Εκκλησίαν του Χριστού, ενώσεις κατά την ιδίαν φαντασίαν επιδιώκοντες απλώς και αβασανίστως» (Ιω. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Εν Αθήναις 1953, σελ. 933).

Η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1902.Αντίθετα, επτά μόλις χρόνια μετά και έχοντας να αντιμετωπίσει μία τέτοια πολεμική του Βατικανού εις βάρος της Ορθοδοξίας, ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄ , παραβλέποντας όλα τα θεολογικά και ιστορικά δεδομένα, θεωρεί την στιγμή κατάλληλη για προσέγγιση με τους Ρωμαιοκαθολικούς και αναζητά τρόπους «πως αν είη δυνατόν προλεάναι την προς τοιούτο τέρμα άγουσαν ανώμαλον, το γε νυν, οδόν, εξευρείν τε σημεία συναντήσεως και επαφής, η και αμοιβαίων θεμιτών παροράσεων, μέχρι της δια του χρόνου του όλου έργου τελειώσεως, δι’ ης πληρωθήσεται προς κοινήν ευφροσύνην και ωφέλειαν η περί μιας ποίμνης και ενός ποιμένος ρήσις του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού».

(Η περί των σχέσεων των Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών και περί άλλων γενικών ζητημάτων Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιος του 1902, αι εις αυτήν απαντήσεις των Αγίων Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών και η ανταπάντησις του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εν Κωνσταντινουπόλει, εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου, 1904, σελ. 9).

Το ερώτημα αυτό απευθύνει με την εγκύκλιό του 1902 προς όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες από τις οποίες ζητά να εκφέρουν την άποψή τους για το συγκεκριμένο ζήτημα.

Η στροφή αυτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο ζήτημα των σχέσεων με τους ετεροδόξους είναι εμφανώς επηρεασμένη από ανάλογες ζυμώσεις που πραγματοποιούνται την ίδια περίοδο στον χώρο του Προτεσταντισμού, ο οποίος βιώνοντας τον συνεχή κατακερματισμό του αναζητά την πολυπόθητη «ενότητα» μέσω του Οικουμενισμού.

Από τα τέλη, άλλωστε, του 19ου αιώνα η Οικουμενική Κίνηση εκδηλώνεται και βρίσκει μεγάλη ανταπόκριση στην Δύση, όχι μόνο στον θεολογικό χώρο, αλλά και στον αντίστοιχο κοινωνικοπολιτικό, από τον οποίο και υποστηρίζεται.

Η στροφή προς την Δύση θεωρείται αναγκαία και για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που αντιμετωπίζει την ίδια περίοδο (και από την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως ακόμη) την αυξανόμενη καχυποψία των τουρκικών αρχών και την σταδιακή περιστολή των προνομίων του.

Το 1882 ξεσπά το γνωστό «προνομιακό ζήτημα» με τραγικές συνέπειες στα δικαιώματα και την λειτουργία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Οι απαντήσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών.Η απάντηση των Ορθοδόξων Εκκλησιών υπήρξε ξεκάθαρη. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι Εκκλησίες δήλωσαν προς τον Πατριάρχη ότι η χρονική στιγμή ήταν η πλέον ακατάλληλη για μια προσέγγιση με τους ετεροδόξους (Παπικούς και Προτεστάντες).

Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων στην απάντησή του θεωρεί άκαιρη και ατελέσφορη μία προσπάθεια προσεγγίσεως εκείνη την χρονική περίοδο: «ειδικώς εν τω παρόντι επί του αντικειμένου τούτου κοινή συσκέψασθαι των ουκ αναγκαίων είναι νομίζομεν, μηδέν τι θετικόν αποτέλεσμα εκ της τοιαύτης προδιασκέψεως προσδοκήσαι δυνάμενοι».  

Τονίζει ότι καμμία ανάλογη προσέγγιση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δεν εκλείψει το μεγάλο πρόβλημα του προσηλυτισμού εις βάρος των ορθοδόξων: «Αναγκαίον δ’ άρα προ πάσης περί προσεγγίσεως των διισταμένων Εκκλησιών διασκέψεως, καταργηθήναι και εντελώς εκ του μέσου αρθήναι το σκάνδαλον του προσηλυτισμού, το εξαναγκάζον την ορθόδοξον και τας λοιπάς εν Ανατολή αρχαίας Εκκλησίας εν καταστάσει εμπολέμω αεί διατελείν».

Χρησιμοποιεί δε σκληρή γλώσσα περιγράφοντας τις ενέργειες αυτών που ασκούν τον προσηλυτισμό εις βάρος των ορθοδόξων αποκαλώντας τους «λύκους» και «όφεις» που κατασπαράσσουν το ορθόδοξο ποίμνιο: «Λυπηρόν γαρ δη και απαίσιον... τό χριστιανούς χριστιανοίς δίκην λύκων επιπίπτειν η δίκην όφεων υπεισέρπειν και πάση δυνάμει και παντί τρόπω και μέσω αγωνίζεσθαι ποιήσαι ένα προσήλυτον».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η απάντηση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία «κατέληξεν εις το συμπέρασμα, ότι αι παρούσαι καιρικαί περιστάσεις όλως ακατάλληλοί εισι προς εξέτασιν και επίλυσιν του ζητήματος της ενώσεως των Εκκλησιών καθόλου
».

Στην συνέχεια της απαντήσεώς της η Ιερά Σύνοδος τονίζει πως και άλλες ανάλογες προσπάθειες στο παρελθόν στάθηκαν ατελέσφορες λόγω διαφόρων αιτίων τα οποία «υφίστανται έτι και νυν, αλλά και εφ’ όσον εν τω μέλλοντι εξακολουθήσουσιν υφιστάμενα, πάσα σκέψις και απόπειρα εις πραγματοποίησιν της ενώσεως των Εκκλησιών αποβήσεται ματαία».

Του αυτού πνεύματος είναι και η απάντηση της Εκκλησίας της Ρωσίας η οποία αναφέρεται με έμφαση στις επιβουλές των Παπικών και των Προτεσταντών εις βάρος των ορθοδόξων πιστών και την ανάγκη προστασίας του ορθοδόξου ποιμνίου:

«εν τω παρόντι εσμέν ηναγκασμένοι ίνα σκεπτώμεθα ου τοσούτον περί της απαλύνσεως των ημετέρων σχέσεων προς τους χριστιανούς της Δύσεως και της φιλαδέλφου προσελκύσεως των κοινοτήτων αυτών εις την μεθ’ ημών ενότητα, όσον περί ακαταπαύστου και αγρύπνου υπερασπίσεως των πεπιστευμένων ημίν λογικών προβάτων από των αδιαλείπτων επιβουλών και πολυειδών δελεασμάτων των λατίνων και των προτεσταντών» (ο.π., σελ. 28).

Στην απάντηση της Ρωσικής Εκκλησίας γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην πρακτική και τους σκοπούς του Βατικανού για την άλωση της Ορθοδόξου Ανατολής. «Τοις αγαπητοίς ημών και σεβασμίοις πατράσι και αδελφοίς γνωστοί εισιν οι αιώνιοι της Ρώμης πόθοι, οίτινές ποτε και υπήρξαν η αιτία της αποστασίας αυτής· γνωσταί εν τη ιστορία εισί και αι διάφοροι αυτής μεθοδείαι, αι τε φανεραί και αι κρύφιαι, αι προς καθυπόταξιν της ορθοδόξου Ανατολής τείνουσαι...

Δι­ό, οσονδήποτε και αν ώσι φιλειρηνικοί οι των λατίνων λόγοι, οσονδήποτε επιμελώς και αν επιδεικνύωσιν ούτοι και παντοιοτρόπως τονίζωσι την ιδιαιτέραν αυτών αγάπην και σεβασμόν προς την ορθόδοξον Εκκλησίαν και ιδιαιτέρως προς το ρωσσικόν έθνος και κράτος, οι λόγοι ούτοι ουδαμώς οφείλουσιν ουδέ δύνανται αποκρύψαι από της ημετέρας προσοχής τους πραγματικούς υπούλους σκοπούς της Ρώμης».

Η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1920.
Παρά την σταθερή εκτίμηση όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για μια απόπειρα προσεγγίσεως με τους ετεροδόξους, η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως επανέρχεται το 1920 «προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού» «φρονούσα ότι η των διαφόρων Χριστιανικών Εκκλησιών προσέγγισις προς αλλήλας και κοινωνία ουκ αποκλείεται υπό των υφισταμένων μεταξύ αυτών δογματικών διαφορών».( Ιω. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, σελ. 957).

Τα κριτήρια που τίθενται από πλευράς της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως είναι καθαρά κοινωνικά και πολιτικά. Κάθε θεολογική αναφορά απουσιάζει και ο θεολογικός λόγος παραχωρεί την θέση του στην κοινωνική πολιτική και διπλωματία. Ως βασική αναγκαιότητα που επιβάλλει τον οικουμενικό διάλογο και την «συνεργασία των εκκλησιών» ορίζονται τα δεινά που προκάλεσε ο πρόσφατος πρώτος παγκόσμιος πόλεμος.

Με την εγκύκλιό του αυτή ο τοποτηρητής του Οικουμενικού Θρόνου Δωρόθεος προτείνει την σύσταση της «Κοινωνίας των Εκκλησιών» στα πρότυπα της «Κοινωνίας των Εθνών», που μόλις είχε ιδρυθεί. Διατυπώνει δε 11 βασικά σημεία βάσει των οποίων θα οικοδομηθούν οι απαραίτητες καλές σχέσεις και η φιλία μεταξύ των «εκκλησιών»:

«α)-δια της παραδοχής ενιαίου ημερολογίου προς ταυτόχρονον εορτασμόν των μεγάλων χριστιανικών εορτών υπό πασών των Εκκλησιών,

β)-δια της ανταλλαγής αδελφικών γραμμάτων κατά τας μεγάλας του εκκλησιαστικού ενιαυτού εορτάς, εν αις είθισται, και εν άλλαις εκτάκτοις περιστάσεσι,

γ)-δια της οικειοτέρας συσχετίσεως των εκασταχού ευρισκομένων αντιπροσώπων των διαφόρων Εκκλησιών,

δ)-δια της επικοινωνίας των Θεολογικών Σχολών και των αντιπροσώπων της θεολογικής επιστήμης και δια της ανταλλαγής των εν εκάστη Εκκλησία εκδιδομένων θεολογικών και εκκλησιαστικών περιοδικών και συγγραμμάτων,

ε)-δια της αποστολής νέων χάριν σπουδών από της μιας εις τας σχολάς της άλλης Εκκλησίας,

στ)-δια της συγκροτήσεως παγχριστιανικών συνεδρίων προς εξέτασιν ζητημάτων κοινού πάσαις ταις Εκκλησίαις ενδιαφέροντος,

ζ)-δια της απαθούς και επί το ιστορικώτερον εξετάσεως των δογματικών διαφορών από της έδρας και εν ταις συγγραφαίς,

η)-δια του αμοιβαίου σεβασμού των κρατούντων εν ταις διαφόροις Εκκλησίαις ηθών και εθίμων,

θ)-δια της παροχής αμοιβαίων ευκτηρίων οίκων και κοιμητηρίων δια τας κηδείας και την ταφήν των εν τη ξένη αποθνησκόντων οπαδών των ετέρων Ομολογιών,

ι)-δια του διακανονισμού μεταξύ των διαφόρων Ομολογιών του ζητήματος των μικτών γάμων,

ια)-δια της πρόφρονος τέλος αμοιβαίας υποστηρίξεως των Εκκλησιών εν τοις έργοις της θρησκευτικής επιρρώσεως, της φιλανθρωπίας και τοις παραπλησίοις».

Πρόκειται για τις βασικές «σταθερές» του Οικουμενισμού που ακολουθούνται με πιστότητα μέχρι τις μέρες μας. Το Βατικανό, βέβαια, αποδεικνύει για μία ακόμη φορά φρούδες τις ελπίδες και τις προσδοκίες του Φαναρίου για ειλικρινή προσέγγιση και διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών.

Τρία μόλις χρόνια μετά το κάλεσμα του Πατριαρχείου (το 1923) απαντά με την εγκύκλιο Mortalium Animos στην οποία επιμένει και πάλι ότι ο μόνος τρόπος «ενώσεως» είναι η υπαγωγή της Ορθοδοξίας στο σκήπτρο του Πάπα.

Στα κείμενα των δύο πατριαρχικών εγκυκλίων κυριαρχεί μία νέα αντίληψη και τακτική, η οποία χαρακτηρίζει και σηματοδοτεί και την όλη πορεία του διαχριστιανικού διαλόγου κατά τον 20ο αιώνα και μέχρι τις μέρες μας: είναι η επανατοποθέτηση εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου της βάσεως επί της οποίας έμελλε να διεξαχθεί αυτός ο διάλογος.

Και η βάση αυτή μετατοπίζεται από την ευχή και την επιθυμία της Ορθοδόξου Εκκλησίας να επανακάμψουν στους κόλπους Της οι αποκοπέντες από Αυτήν χριστιανοί, στην επιδίωξη επιτεύξεως της «ενώσεως των Εκκλησιών».

Μία «ένωση» η οποία από ευχή γίνεται αυτοσκοπός, ο οποίος επιβάλλει στο εξής τους δικούς του κανόνες στην πορεία του οικουμενικού διαλόγου. Άμεσα αποτελέσματα αυτής της τακτικής είναι η συνεχής συνειδητή και ηθελημένη παράβλεψη όλων των αρνητικών στοιχείων στην προσπάθεια προσεγγίσεως των ετεροδόξων.

Ειδικότερα δε στην προσέγγιση με τους Ρωμαιοκαθολικούς γίνεται ολοφάνερη η εικονική πραγματικότητα στην οποία κινείται το Φανάρι για να νομιμοποιήσει τα πρωτόγνωρα οικουμενιστικά του ανοίγματα εθελοτυφλώντας συνειδητά μπροστά στις συνεχείς προκλήσεις του Βατικανού.

Πρόκειται για την πάγια τακτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου να καλλιεργεί επαφές και σχέσεις με τους ετεροδόξους «παρά την αδιαμφισβητήτως ελάχιστα αδελφικήν συμπεριφοράν ωρισμένων, προβαινουσών εις απροκάλυπτον και συστηματικόν προσηλυτισμόν».(Ευαγ. Βαρελλά, Διορθόδοξοι και Οικουμενικαί Σχέσεις του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως κατά τον Κ΄ αιώνα, Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 198).

Χαρακτηριστική, επίσης, είναι και η εντυπωσιακή μονομέρεια με την οποία αντιμετωπίζει την λεγόμενη διαχριστιανική προσέγγιση η ακαδημαϊκή θεολογία. Σωρεία άρθρων, αναλύσεων, διατριβών και μελετών έχουν δημοσιευθεί αναφορικά με την αξία και την αναγκαιότητα αυτής της προσεγγίσεως εκθειάζοντας την συμβολή σε αυτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου παραθεωρώντας και υποβαθμίζοντας συστηματικά κάθε αντίθετη άποψη πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Καταπλήσσει πραγματικά το γεγονός πως, ούτε καν για λόγους επιστημονικής δεοντολογίας, δεν προβάλλεται η κριτική που έχει αναπτυχθεί στα σύγχρονα οικουμενιστικά ανοίγματα η οποία η εκτοπίζεται στα ψιλά γράμματα των υποσημειώσεων η καταδικάζεται συλλήβδην ως συντηρητική και αναχρονιστική άρα και απορριπτέα. Τα νέα δεδομένα της δεκαετίας του 1940 και ο αμερικανικός παράγοντας.

Με την λήξη του Β΄ Παγ­κο­σμί­ου Πολέμου και την διαμόρφωση των νέων συσχετισμών και ιδεολογικών περιχαρακώσεων που επέβαλε η έναρξη του «ψυχρού πολέμου» ένας νέος παράγοντας, ο γνωστός «κομμουνιστικός κίνδυνος», είναι αυτός που θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στο πολιτικό σκηνικό, αλλά θα επηρεάσει αποφασιστικά και τον εκκλησιαστικό χώρο.  

Στα πλαίσια της σφοδρής αντιπαλότητος μεταξύ δυτικών και ανατολικών δυνάμεων αμφότεροι οι πολιτικοί σχηματισμοί θα χρησιμοποιήσουν τις κατά τόπους εθνικές εκκλησίες και θρησκείες για την αντιμετώπιση του αντιπάλου.

Έτσι η δυτική πολιτική και πιο συγκεκριμένα οι Η.Π.Α., που αναγνώριζαν στις δραστηριότητες του Πατριαρχείου της Μόσχας την προσπάθεια διεισδύσεως των Σοβιετικών σε νέες σφαίρες επιρροής, επιλέγουν έκτοτε την σταθερή υποστήριξή τους προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο χρησιμοποιούν ως «ανάχωμα» στις επεκτατικές βλέψεις των Σοβιετικών.

Στην ίδια λογική κινείται και η σπουδή των δυτικών πολιτικών δυνάμεων για την ενίσχυση του οικουμενικού διαλόγου και την «σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως». Η συνεργασία μεταξύ των εκκλησιών των χωρών μελών του ΝΑΤΟ ήταν για την δυτική πολιτική το αντίδοτο στην σοβιετική επιρροή στην πολυπληθέστατη σλαβική ορθόδοξη κοινότητα του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Πρόκειται για αποφάσεις και επιλογές αποφασιστικής σημασίας και υψίστης σπουδαιότητος, αφού ουσιαστικά είναι αυτές που θα καθορίσουν τόσο την μετέπειτα πορεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όσο και αυτή της Οικουμενικής Κινήσεως και ιδιαίτερα της προσεγγίσεως Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών.

Για την αμερικανική πολιτική το Οικουμενικό Πατριαρχείο στάθηκε και παραμένει ακόμη «ο καλύτερος δικηγόρος θεμάτων στα οποία οι ΗΠΑ αποδίδουν τεράστια σημασία» σύμφωνα με τον Αμερικανό Επιτετραμένο στην Πόλη κ. Ντ. Αρνέτ.

Για δε το Φανάρι η πρόσδεση στο άρμα της αμερικανικής πολιτικής θεωρήθηκε και θεωρείται όρος επιβίωσης, καθώς η υποβάθμισή του από την τουρκική κυβέρνηση, κυρίως με την Συνθήκη της Λωζάνης το 1923, η αφαίρεση των προνομίων και η περιστολή των δικαιωμάτων του, καθιστά την υψηλή προστασία της υπερδυνάμεως αναγκαία προϋπόθεση για την διατήρησή του.

Όπως δήλωσε, άλλωστε, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος μετά την συνάντησή του με τον Αμερικανό πρεσβευτή στην Αθήνα κ. Ντάνιελ Σπέκχαρντ (14 Μαΐου 2008) «και το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Αμερική υπηρετούν τα ίδια ιδανικά της ειρήνης, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης».

Το γεγονός αυτό εξηγεί και την ιδιαίτερη εύνοια με την οποία η αμερικανική πολιτική αντιμετωπίζει το Φανάρι και την μεγάλη ανταπόκριση, που βρίσκουν τα αιτήματά του, η οποία εκδηλώνεται με πολυάριθμα ψηφίσματα και διαβήματα προς τις τουρκικές αρχές.

Είναι, βεβαίως, ευπρόσδεκτη κάθε υποστήριξη στα ζητήματα του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου, δεν παύει, όμως, να αποτελεί την απόλυτη εξαίρεση στα πλαίσια μιας πάγιας ανθελληνικής εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών, που υπονομεύουν συστηματικά τα εθνικά μας συμφέροντα και τον ρόλο της χώρας μας στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και της Ε.Ε.

Οι ποικίλες, βεβαίως, αντιξοότητες που προκαλεί το τουρκικό κράτος στο Οικουμενικό μας Πατριαρχείο (τις οποίες όλοι αναγνωρίζουμε και καταδικάζουμε) δεν αποτελούν, σε καμμία περίπτωση, δικαιολογία (όσο και αν έτσι προβάλλονται) για εκπτώσεις, και μάλιστα τέτοιου μεγέθους, στα θέματα της πίστεως.

Άλλωστε η ευχέρεια του Οικουμενικού Πατριάρχου να δραστηριοποιείται στα διεθνή fora συζητήσεως και λήψεως αποφάσεων, η αποδοχή και η αναγνώριση που απολαμβάνει από ποικίλους φορείς της διεθνούς κρατούσας τάξεως, η πρόσφατη κατάταξή του από το περιοδικό TIME «στην ενδέκατη θέση, στον κατάλογο των εκατό ηγετών με τη μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο», κάθε άλλο παρά έναν «αιχμάλωτο Πατριάρχη» φανερώνουν. 

(Βλ.σχ.Δήλωση Οικουμενικού Πατριάρχου: «Ουδέποτε ησθάνθην αιχμάλωτος ουδενός, το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εκπληροί ελευθέρως και ανεπηρεάστως την αποστολή του», εφημ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 15-7-2001).

Η εκλογή του Πατριάρχη Αθηναγόρα.
Κορυφαία όσο και καθοριστική εκδήλωση του ενεργού ενδιαφέροντος και ενασχολήσεως της αμερικανικής πολιτικής με τις υποθέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι η επιλογή και επιβολή το 1948 στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως του μέχρι τότε Αρχιεπισκόπου Αμερικής Αθηναγόρα. 

Είναι ο μοναδικός Πατριάρχης που εκλέγεται στον Οικουμενικό Θρόνο, χωρίς να έχει την τουρκική υπηκοότητα, όπως προβλέπεται από την Συνθήκη της Λωζάνης. Είχε προηγηθεί ο εξαναγκασμός σε παραίτηση του Πατριάρχη Μαξίμου του Ε΄ καί η διαγραφή από την τουρκική κυβέρνηση όλων των Ιεραρχών της ενδημούσης συνόδου από τον κατάλογο υποψηφίων.

Η αναγκαστική παραίτηση του Πατριάρχη Μαξίμου του Ε΄ , που επισήμως αποδόθηκε σε λόγους υγείας, αποδίδεται σε αμερικανική απόφαση για αναχαίτιση των πρωτοβουλιών του Πατριαρχείου της Μόσχας και των Σοβιετικών με την θεωρούμενη ανοχή του Πατριάρχη.

«Το 1945, το Πατριαρχείο Μόσχας συγκάλεσε μία Πανορθόδοξη Διάσκεψη στην οποία συμμετείχαν και οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας Χριστοφόρος και Αντιοχείας Αλέξανδρος. Εκεί τέθηκαν οι νέες βάσεις για την Πανορθόδοξη ενότητα και μαρτυρία. Όλα έγιναν εν αγνοία της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης και του Προκαθημένου της.

Το γεγονός θορύβησε τις Ηνωμένες Πολιτείες καθώς ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν στην αρχή και πολλοί έβλεπαν ότι οι Σοβιετικοί τροπαιούχοι από τον Β΄ Παγ­κό­σμι­ο Πόλεμο σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν το Πατριαρχείο στη προσπάθεια διείσδυσης σε νέες σφαίρες επιρροής.

Οι απόψεις αυτές ενισχύθηκαν ένα χρόνο αργότερα όταν κατά τη διάρκεια της ενθρόνισής του ο Πατριάρχης Μάξιμος ο Ε΄ τί­μη­σε με εξαιρετικό τρόπο τον Σοβιετικό πρέσβυ τον οποίο υποδέχθηκε ως εκπρόσωπο της Τσαρικής Ρωσίας ενώ υπάρχουν και πληροφορίες ότι κάποια στιγμή ταξίδεψε μαζί με τον Ρώσο διπλωμάτη στο αυτοκίνητό του.

Έτσι οι ΗΠΑ αποφάσισαν να λάβουν μέτρα: η εκλογή του Αθηναγόρα, η άφιξή του με το αεροσκάφος του Αμερικανού Προέδρου Χάρι Τρούμαν, η παραχώρηση της τουρκικής υπηκοότητας με το σκεπτικό ότι όταν γεννήθηκε το χωριό του στην Ελλάδα αποτελούσε μέρος της Οθωμανικής επικράτειας ήταν μερικές μόνον από τις κινήσεις που δρομολόγησε η Ουάσιγκτον».

Οι λεπτομέρειες της εκλογής Αθηναγόρα έχουν ως εξής: Ενώ στην εκλογή Μαξίμου ο νομάρχης Κωνσταντινουπόλεως είχε δηλώσει στην πατριαρχική αντιπροσωπεία, που τον επισκέφθηκε, ότι οι αρχιερείς του Φαναρίου μπορούσαν να εκλέξουν όποιον θέλουν, στην εκλογή Αθηναγόρα έθεσε θέμα αποκλεισμού απ’ αυτήν όλων των αρχιερέων λέγοντας το περίφημο ‘ουδείς εξ υμών’. Κι αυτό γιατί για την τουρκική κυβέρνηση, συμφωνούντων και της ελληνικής και της αμερικανικής, μοναδικός υποψήφιος ήταν ο Αμερικής Αθηναγόρας.

-Η υποψηφιότητα Αθηναγόρα προκάλεσε αντιδράσεις τόσο στην Σύνοδο του πατριαρχείου, όσο και στην ιεραρχία των Νέων Χωρών στην Ελλάδα. Τότε εκδηλώθηκε ανοικτή υποστήριξη προς τον υποψήφιο τόσο από την ελληνική, όσο και κυρίως από την τουρκική κυβέρνηση. 

Παράλληλα άρχισαν οι πιέσεις από τον νομάρχη Κωνσταντινουπόλεως προς όσους αντιδρούσαν. Ακόμη η υποψηφιότητά του παραβίαζε τον τεσκερέ του 1923, σύμφωνα με το οποίο οι Οικουμενικοί Πατριάρχες έπρεπε να είναι Τούρκοι πολίτες. Παρά ταύτα όχι μόνο έγινε δεκτός, αλλά μετά την εκλογή του, του δόθηκε η τουρκική υπηκοότητα και όταν έφτασε στην Κωνσταντινούπολη ο νομάρχης του παρέδωσε την ταυτότητα.

-Με τον τρόπο αυτό άρχισε η πατριαρχία Αθηναγόρα που κράτησε για 24 χρόνια. Μια μεγαλειώδης πατριαρχία που παρουσίασε τεράστιο έργο στο Διορθόδοξο και Διαχριστιανικό χώρο και ανέδειξε το Φανάρι διεθνώς. 

Χαρακτηριστικά για την πληθωρική προσωπικότητα του Πατριάρχη Αθηναγόρα είναι τα ανοίγματά του προς την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τις προτεσταντικές Ομολογίες που μετέτρεψαν το απομονωμένο Πατριαρχείο σε κέντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος».

Η πατριαρχία Αθηναγόρα:
Η πολύχρονη πατριαρχία Αθηναγόρα στάθηκε κατά κοινή ομολογία παράτολμη και ανατρεπτική. Είτε την κρίνει κανείς με τα επιχειρήματα των επικριτών είτε με τα αντίστοιχα των υμνητών του καταλήγει στο ίδιο πάντα συμπέρασμα ότι οι τομές που επέφερε και οι πρωτοβουλίες που ανέλαβε, ιδιαίτερα στο θέμα του διαλόγου με τους ετεροδόξους, υπήρξαν εξαιρετικά καινοτόμες και ρηξικέλευθες.

Η αποδοχή, λοιπόν, των επιχειρημάτων της μίας η της άλλης πλευράς εξαρτάται κατά κύριο λόγο από τα κριτήρια που θέτει κανείς για να αποτιμήσει την συνολική παρουσία του στον Οικουμενικό Θρόνο και την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Αν ως κριτήριό μας θέτουμε την διεθνή ακτινοβολία και αναγνώριση, την κοινωνική και πολιτική καταξίωση, την διπλωματική δεινότητα και ευστροφία, την πρόσδοση κύρους και προβολής στο Φανάρι και άλλα ανάλογα, τότε ναι ήταν μια «μεγαλειώδης πατριαρχία» αυτή του Πατριάρχη Αθηναγόρα.

Για το Οικουμενικό Πατριαρχείο η επιλογή ήταν δεδομένη και την είχε εκμυστηρευτεί αποκαλυπτικά στον τότε Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ιάκωβο ο ίδιος ο Πατριάρχης Αθηναγόρας: «Από αυτή την κατάθλιψη στην οποία ζούμε εδώ επί αιώνες δεν είναι δυνατόν να μας βγάλει κανείς. Πρέπει να βγάλουμε εμείς τον εαυτό μας, κοιτάζοντας προς την Δύση, προς την Ευρώπη γενικά και τις Εκκλησίες της Δύσεως».

Σε ο,τι αφορά, όμως, στα θέματα της πίστεως τότε τα παραπάνω κριτήρια δεν έχουν καμμία θέση στην αξιολόγηση των επιλογών. Τουναντίον μάλιστα αποτελούν τροχοπέδη για την διατήρηση της ακρίβειας και της αλήθειάς της.

Δυστυχώς η ταύτιση των συμφερόντων (των καλώς έστω νοουμένων) του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τις επιλογές του σε ζητήματα πίστεως στάθηκε ολέθρια και δεν έπαψε μέχρι και σήμερα να μας αποπροσανατολίζει, να μας παραπλανά και να μας παγιδεύει στο διχαστικό, όσο και τεχνητό, δίλημμα: η τα οικουμενιστικά ανοίγματα η παρακμή και η απώλεια του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου.

Έτσι η υποστήριξη των εκάστοτε πρωτοβουλιών του Φαναρίου έγινε ταυτόσημη με την υποστήριξη του ίδιου του θεσμού του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου. Αλλά και αντίστροφα, κάθε κριτική προς τις ενέργειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου εκλαμβάνεται ως πολεμική και απαξίωση του ίδιου του θεσμού.

Αυτός ο διχασμός έλαβε την μορφή και την ισχύ αξιώματος. Έγινε πάγια τακτική του Φαναρίου, δόγμα της εξωτερικής μας πολιτικής, κοινός τόπος στην ακαδημαϊκή θεολογία, κατευθυντήρια γραμμή στον τύπο και όλα τα ΜΜΕ, μόνιμο σύνθημα όλων των οικουμενιστών.

Η καλλιέργεια σχέσεων με το Βατικανό: Από το ξεκίνημα της πατριαρχίας του «ο προκαθήμενος της Ορθοδοξίας ενηγκαλίσθη μετά παροιμιώδους ζωτικότητος το ζήτημα της αναθερμάνσεως των επαφών με την Ρώμην, την οποίαν εν τω ενθρονιστηρίω ήδη λόγω του ασπάζεται μετ’ απεράντου σεβασμού αδελφικώς εν Χριστώ».

Το άνοιγμα και οι στενές σχέσεις του Πατριάρχη Αθηναγόρα με το Βατικανό ήταν κάτι το αναμενόμενο και προγραμματισμένο, καθώς «από Μητροπολίτης Κερκύρας είχε καλλιεργήσει στενές σχέσεις με την Καθολική Εκκλησία που ως αρχιεπίσκοπος Αμερικής τις αξιοποίησε περισσότερο.

Όταν μάλιστα ως Οικουμενικός Πατριάρχης διήρχετο με το προσωπικόν αεροπλάνον του Τρούμαν από το ιταλικό έδαφος, παρακάλεσε τον πιλότο να πετάξη πάνω από την Αγία Έδρα, ανταποκρινόμενος κατ’ αυτόν τον τρόπον στην επιθυμία πολλών φίλων του της Αμερικής να συνδεθή στενότερα με τον Καθολικισμό».

Ο πρώτος επίσημος απεσταλμένος του Φαναρίου στο Βατικανό ήταν ο μόλις εκλεγμένος τότε Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος, ο πρώτος ορθόδοξος Ιεράρχης που συναντήθηκε με τον πάπα μετά από αιώνες. Στην συνάντηση που είχε με τον Πάπα Ιωάννη ΚΓ κα­τά το έτος 1959 ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής του μεταφέρει προσωπικό μήνυμα του Πατριάρχη Αθηναγόρα:

«Αγιώτατε. Η Α. Θ. Παναγιότης ο Πατριάρχης μοι ανέθεσε την υψίστην τιμήν να επιδώσω προς την Υμετέραν Αγιότητα, όχι εν γράμμασιν αλλ’ εν τη ζώση, το εξής μήνυμα: ‘εγένετο άνθρωπος απεσταλμένος παρά Θεού, όνομα αυτώ Ιωάννης’. Διότι πιστεύει ότι Υμείς είσθε ο δεύτερος Πρόδρομος, ο επιφορτισμένος παρά του Θεού με την εντολήν ευθείας να ποιήσητε τας τρίβους Αυτού».

Στην απάντησή του ο Πάπας αποκαλύπτει τις προθέσεις του Βατικανού εν όψει της Β Βατικανής Συνόδου που επρόκειτο να ξεκινήσει τις εργασίες της. «Σκοπός της νέας Συνόδου είναι η επανένωσις της Εκκλησίας» δηλώνει στον Αρχιεπίσκοπο και συμφωνούν από κοινού ότι η «ένωση των εκκλησιών» πρέπει να στηριχθεί στις αρχές της Γαλλικής Επαναστάσεως.

«Εάν δεν επικρατήση το σύνθημα της Γαλλικής Επαναστάσεως: ελευθερία, ισότης, αδελφότης, ούτε ειρήνη θα υπάρξη μεταξύ των εθνών, ούτε ένωσις μεταξύ των Εκκλησιών». (Καθηγητού Δ. Τσάκωνα, Αθηναγόρας ο Οικουμενικός των Νέων Ιδεών, σελ. 95). Τέλος ο Πάπας ορίζει τις βασικές αρχές αυτής της «ενώσεως»:

«Η ένωσις θα είναι ένωσις καρδιών. Ένωσις προσευχής. Ένωσις – καρπός αναζητήσεως του ενός υπό του άλλου» δηλώνει στον Αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο και σηματοδοτεί, έτσι, την νέα οικουμενική πολιτική του Βατικανού έναντι της Ορθοδοξίας.

Η νέα αυτή πολιτική, που θα λάβει την επίσημη μορφή της με τις αποφάσεις της Β Βατικανής Συνόδου (1963-1965) και το περίφημο «Διάταγμα περί Οικουμενισμού», θα επιβληθεί στο εξής στον διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, αφού θα γίνει δεκτή και εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Πρόκειται για την γνωστή ουνιτικού τύπου «ενότητα», με τον αμοιβαίο εμπλουτισμό των δύο παραδόσεων, την ενότητα εν τη ποικιλία, η οποία προπαγανδίζεται κατά κόρον και στις μέρες μας. Ενότητα, όχι στην πίστη και την αλήθεια, αλλά μία συγκρητιστικού τύπου συγχώνευση, μία απορρόφηση, ουσιαστικά, της Ορθοδοξίας στον παπισμό, χωρίς αυτός να αποβάλει καμμία από τις αιρετικές πλάνες του.

Στην υπηρεσία αυτής της νέας οικουμενικής πολιτικής ξεκινά μία κοινή εκστρατεία «ψυχολογικής προετοιμασίας» για την αποδοχή των οικουμενιστικών ανοιγμάτων που πραγματοποιούνται. Η εκστρατεία αυτή κινείται σε δύο κυρίως άξονες.

Από την μία πλευρά επιχειρεί να αμβλύνει, ακόμη και να εκμηδενίσει, τις δογματικές διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού, αποδίδοντας το μεταξύ τους χάσμα σε προκαταλήψεις και κατάλοιπα του παρελθόντος, που έχουν πλέον ξεπεραστεί και εκλείψει. Από την άλλη δε επενδύει συστηματικά στην αδήριτη δυναμική της επικοινωνιακής τακτικής, της προβολής και της επιβολής μέσω της επαναλήψεως, στον νόμο δηλαδή της συνήθειας. 

Χαρακτηριστικός όσο και άκρως αποκαλυπτικός αυτής της επιχειρούμενης ανατροπής και αντιστροφής των παραδεδομένων αρχών και της αλήθειας της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της εκκλησιαστικής ιστορίας μας είναι ο διάλογος του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα με τον Καρδινάλιο Willebrans, πρόεδρο του παπικού Συμβουλίου για την χριστιανική ενότητα, στο Φανάρι.

Το ίδιο, βεβαίως, χαρακτηριστικός και αποκαλυπτικός είναι και ο σχολιασμός και η ερμηνεία του διαλόγου αυτού από τον Καθηγητή Δ. Τσάκωνα, ενός από τους κορυφαίους θαυμαστές και υμνητές του Πατριάρχη Αθηναγόρα, στο βιβλίο του, Αθηναγόρας ο Οικουμενικός των Νέων Ιδεών:

-Από τι προήλθε το Σχίσμα; ρώτησε ο Πατριάρχης τον Βιλεμπράνς. Ο Καρδινάλιος προσπάθησε μ’ ευγένεια ν’ αναφέρη τις δογματικές διαφορές των δύο Εκκλησιών. Ο Αθηναγόρας - όπως αργότερα μου διηγήθηκε- τόλμησε να πη ολόκληρη την αλήθεια στον έκπληκτο Ολλανδό Καρδινάλιο.

-Άγιε Αδελφέ, το Σχίσμα δεν έγινε από τα ένζυμα και τα άζυμα. Αν το Άγιο Πνεύμα πνη στα ένζυμα κατά τον ίδιο τρόπο πνει και στα άζυμα. Η αντίθεσις δεν ήταν θεολογική, αλλά μόνο πολιτική. Ήταν η αντίθεσις της Ρώμης με την Αθήνα. Σεις εκπροσωπούσατε την Ρώμη κι εμείς τότε την Αθήνα.

Ο καρδινάλιος κοκκίνησε από ντροπή. Εναντίον του κατεστημένου, ο Αθηναγόρας δεν εδίστασε να διατυπώση ολόκληρη την αλήθεια, αντίθετα με την επίσημη διδασκαλία και των δύο Εκκλησιών. Δεν του άρεσε να εξαπατά τα εκατομμύρια των πιστών του με ιστορικά ψεύδη... Θε­ω­ρού­σε πιο τίμιο να μην αλλαξοπιστή κανείς, αλλά μέσα στο κάστρο της Εκκλησίας του να πολεμά για οικουμενικότητα, αδελφοποιΐα και διεύρυνσι».

Τις βασικές αρχές της νέας οικουμενικής τακτικής διετύπωσε πολύ εύστοχα και συνοπτικά το 1962 ο γνωστός ρωμαιοκαθολικός θεολόγος Ιωάννης Ντανιελού: «Ο λατινικός και ο βυζαντινός κόσμος, με τα συμφέροντά τους, έχουν από καιρό εκλείψει. Το δόγμα είναι σχεδόν κοινό. Η παράδοσις επίσης. Τα μυστήρια κοινά. Και κοινοί οι σημερινοί αντίπαλοι.

Οι αιώνες που επέρασαν εσώρευσαν διάφορες προκαταλήψεις, που πρέπει σιγά-σιγά να εκμηδενισθούν. Ως πρώτο στάδιο βλέπω την ψυχολογική προετοιμασία». (Καθηγητού Δ. Τσάκωνα, Αθηναγόρας ο Οικουμενικός των Νέων Ιδεών).

Για αυτή την «ψυχολογική προετοιμασία» ξεκίνησαν και συνεχίζονται μέχρι τις μέρες μας μία σειρά από κινήσεις και πρωτοβουλίες κορυφαίου συμβολικού χαρακτήρα εκ μέρους του Βατικανού και των Ορθοδόξων Οικουμενιστών με σκοπό την σταδιακή άμβλυνση της συνειδήσεως και την εξασθένιση του αισθητηρίου του ορθοδόξου πληρώματος.

Η συνάντηση των Ιεροσολύμων.Με την αναρρίχησή του στον Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ο Πατριάρχης Αθηναγόρας ξεκίνησε επίσημες και μυστικές επαφές με το Βατικανό. «Ο Αθηναγόρας επί συνεχή έτη διαπραγματεύεται παρασκηνιακώς με το Βατικανό την συνάντησί του με τον Πάπα. Διαμεσολαβητής είναι ο Ρουμάνος Αρχιμανδρίτης Σκρίμα, διαπρεπής θεολόγος, και διάφορες προσωπικότητες του καθολικού κόσμου».

Η συνάντηση αυτή πραγματοποιήθηκε τελικά τον Ιανουάριο του 1964 στα Ιεροσόλυμα. Ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄, κατά την διάρκεια της λήξεως των εργασιών της Β Βατικανής Συνόδου, προανήγγειλε την προσκυνηματική του επίσκεψη στα Ιεροσόλυμα.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας έσπευσε να δηλώσει ότι θα πάει και ο ίδιος στα Ιεροσόλυμα με σκοπό να συναντήσει τον Πάπα. Επιθυμούσε δε στην συνάντηση αυτή να συμμετάσχουν και οι ηγέτες του προτεσταντισμού με σκοπό μια παγχριστιανική προσέγγιση που θα οδηγούσε στην ένωση.

«Δεν ηρκέσθη δε μόνον εις τούτο. Επρότεινε ταυτοχρόνως, ίνα και οι Πατριάρχαι και Πρόεδροι των εκασταχού Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών πορευθώσιν όλοι ομού εις Ιεροσόλυμα, συναντηθώσι μετά του Πάπα και διεξαγάγωσι μετά τούτου συζήτησιν περί της ενώσεως των Εκκλησιών».(Χρυσοστόμου Β , Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Τα Πεπραγμένα από 15-7-1963 μέχρι 15-7-1964, Αθήναι 1964, σελ. 39).

Πρόκειται για πρωτόγνωρες πραγματικά αποφάσεις, που ανέτρεψαν μέσα σε μια στιγμή κάθε δεδομένο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ιερούς κανόνες, συνοδικότητα, αγιοπατερική παράδοση, δογματική και εκκλησιαστική συνείδηση και τόσα άλλα. Και να σκεφτεί κανείς πως πρόκειται για αποφάσεις ενός και μόνο ανδρός, χωρίς καμμία προηγούμενη πανορθόδοξη απόφαση ούτε καν ενημέρωση επ’ αυτών!

«Αι άνω απόψεις του Οικουμενικού Πατριάρχου... ε­δη­μι­ούρ­γη­σαν παρά τοις Ορθοδόξοις αλγεινήν εντύπωσιν... Τό αποφασιστικόν τούτο και απρόοπτον βήμα του Πατριαρχείου, έδει να καταστή αντικείμενον κοινής συσκέψεως και αποφάσεως των κατά τόπους αγίων Ορθοδόξων Εκκλησιών».

Η συνάντηση Πάπα - Πατριάρχη στάθηκε μία υποδειγματική εφαρμογή της προαποφασισμένης οικουμενιστικής τακτικής που προαναφέραμε. Επένδυσε συστηματικά στην δύναμη της εικόνας, του συμβολισμού και των εντυπώσεων. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, άλλωστε, εξόχως πληθωρική και χαρισματική προσωπικότητα, διέθετε ιδιαίτερη ευχέρεια στην επικοινωνιακή τακτική και με τις δηλώσεις του κέρδισε αμέσως τον δημοσιογραφικό κόσμο.

«Τέτοιες κουβέντες ήθελαν οι δημοσιογράφοι κι έτρεξαν ποιός πρώτος θα προλάβη να στείλει το τηλεγράφημά του. Οι άλλοι, οι πολλοί που ακολούθησαν τον Πάπα, που δεν ήταν καθόλου προσιτός και που δεν είπε ούτε λέξι, άρχισαν κι αυτοί να τρέχουν πίσω από τον Αθηναγόρα».

Επικοινωνιακή τακτική, πολύκροτες δηλώσεις και μια ακατάσχετη αγαπολογία κυριάρχησε στην πολύκροτη συνάντηση, έτσι όπως μας την περιγράφει ο ίδιος ο Πατριάρχης: «Κι όταν είδε ο ένας τον άλλο, αι χείρες μας ήνοιξαν αυτομάτως. Ο ένας ερρίφθη εις την αγκάλην του άλλου.

Όταν μας ηρώτησαν πως εφιληθήκαμεν, αδελφοί, ύστερα από 900 χρόνια Ερωτάς πως; Επήγαμε οι δύο μας χέρι με χέρι εις το δωμάτιόν του, και είχαμεν μίαν μυστικήν ομιλίαν οι δύο μας. Τι είπαμεν;  Ποιός ξέρει τι λέγουν δύο ψυχές όταν ομιλούν! Ποιός ξέρει τι λέγουν δύο καρδίαι, όταν ανταλλάσσουν αισθήματα!»

Το μυστικό περιεχόμενο, βεβαίως, της «συνομιλίας των ψυχών» Πάπα-Πατριάρχη και των αισθημάτων που αντήλλαξαν δεν ανακοινώθηκε ποτέ ούτε στις Συνόδους των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών ούτε στο ορθόδοξο πλήρωμα. Το πληροφορούμαστε, όμως, σταδιακά από τότε, καθώς παρακολουθούμε την προδιαγεγραμμένη και προαποφασισμένη από τότε οικουμενιστική πορεία προς την «ένωση».

«Τι είπαμεν; Εκάμαμε κοινόν πρόγραμμα, με ισοτιμίαν απόλυτον, όχι με διαφοράν» Αυτό το «κοινό πρόγραμμα» που καταρτίστηκε σε μία μυστική συνάντηση δύο ανδρών ήταν, όπως προκύπτει από τις αρχικές δηλώσεις και αναφορές, πολύ πιο προχωρημένο από αυτό που τελικά παρουσιάστηκε.

Επρόκειτο για σαφή συμφωνία για «ένωση στο κοινό ποτήριο», αφού εκ των πραγμάτων αποκαλύπτεται ότι αυτή ήταν η αρχική επιθυμία των δύο μερών.«Και είπαμεν ότι ήδη ευρισκόμεθα εις την οδόν εις Εμμαούς» συνεχίζει ο Πατριάρχης Αθηναγόρας «και πηγαίνομεν να μας συναντήση ο Κύριος εν τω κοινώ αγίω Ποτηρίω.

Ο Πάπας απαντών μου προσέφερε άγιον Ποτήριον. Δεν ήξευρεν ότι εγώ θα μιλούσα δι’ Άγιον Ποτήριον, ούτε ήξερα ότι θα μου προσέφερεν Άγιον Ποτήριον! Τι είναι; Συμβολισμός του μέλλοντος».

Η άρση των αναθεμάτων: Αυτή η «ένωση στο κοινό Ποτήριο» επιχειρήθηκε με την περίφημη «άρση των αναθεμάτων» μεταξύ Βατικανού και Φαναρίου, που πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 1965, με μονομερή απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Χαρακτηριστική ήταν η αντίδραση της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία «με πολλήν δυσμένειαν επληροφορήθη την πρωτοβουλίαν του Οικουμενικού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Παν. Αθηναγόρα.

Ουδείς έχει το δικαίωμα να προβαίνη εις παρομοίας πράξεις. Το δικαίωμα έχει μόνον ολόκληρος η Ορθοδοξία». (Δήλωση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου, Νοέμβριος 1965). Με την άρση των αναθεμάτων οι δύο πλευρές εννοούσαν την άρση του Σχίσματος. Ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος.

Επίσημος απεσταλμένος εκείνη την περίοδο του Πατριάρχη Αθηναγόρα προς τους Ρωμαιοκαθολικούς, αποκαλύπτει το περιεχόμενο των μηνυμάτων που αντέλλασσαν Φανάρι και Βατικανό «μέχρι του τολμηρού επίσης μηνύματος που μου ανέθεσε ο Πατριάρχης να μεταβιβάσω στον πρόεδρο της Επιτροπής Σχέσεων Δύσης και Ανατολής, που ήταν ένας Γερμανός σεβάσμιος καρδινάλιος, ο Αυγουστίνος Μπέα».

Και συνεχίζει ο Αρχιεπίσκοπος: Λίγο καιρό μετά, επισκέπτομαι τον Μπέα στη Νέα Υόρκη. Τον ρώτησα: ‘Τι λέτε, σεβασμιότατε, μπορούμε να φέρουμε τις Εκκλησίες μας πιο κοντά με την άρση του Σχίσματος;’ Μου λέει: ‘Καλή ιδέα, δεν ξέρω πως θα τη δεχτούν στη Ρώμη, αλλά εγώ νομίζω ότι πρέπει να γίνει η άρση του Σχίσματος. Έτσι, δεν θα έχουμε λόγο κανέναν να μην πλησιάσουμε ο ένας τον άλλο’.

Ερώτηση Γ. Μαλούχου:
«Την άρση του Σχίσματος η του αναθέματος;».
Απάντηση Αρχιεπισκόπου: «Και τα δύο αυτά μαζί πηγαίνουνε, γιατί όταν κατέθεσαν οι αντιπρόσωποι του Πάπα το ανάθεμα, τρόπον τινά, με το οποίο αναθεμάτιζε ο Πάπας Νικόλαος τον Μιχαήλ Κηρουλάριο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ήταν το οριστικό Σχίσμα πια.

Δεν έγινε άλλη επίσημος πράξις που να καθιερώσει το Σχίσμα ως μία διαιρετική γραμμή μεταξύ Ανατολής και Δύσεως». Η άρση του σχίσματος εντάσσεται, άλλωστε, και στην λογική των αποφάσεων της Β Βατικανής Συνόδου, που πραγματοποιείτο εκείνο το διάστημα, για άρση της ακοινωνησίας και αναγνώριση των μυστηρίων των Ορθοδόξων.

Στο λατινικό μάλιστα κείμενο της «άρσεως των αναθεμάτων» υπάρχει ο όρος excommunicatio=ακοινωνησία, ο οποίος στην επίσημη μετάφραση του Οικουμενικού Πατριαρχείου μεταφράζεται ως «αναθέματα».

«Οι New York Times μετέδωσαν την από κοινού αγγελίαν του Βατικανού και του Φαναρίου της 7ης Δεκεμβρίου 1965 δια την άρσιν του excommunicatio (της ακοινωνησίας του Λατινικού κειμένου) εις την πρώτην σελίδα, ως το τέλος του σχίσματος του 1054 και ως την επανέναρξιν της μυστηριακής κοινωνίας που είχε τότε δήθεν διακοπεί.

Φαίνεται πλέον σαφώς ότι το Ελληνικόν κείμενον που αναγγέλει την ‘άρσιν των αναθεμάτων’ ήτο τεχνηέντως παραπλανητικόν. Φαίνεται είχε σκοπόν να αμβλύνη ενδεχομένας αρνητικάς αντιδράσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών».

Χαρακτηριστικό, επίσης, είναι ότι «ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β πρίν επισκεφθεί το Φανάρι (30-11-1979).­.. εξέφρασε τη βεβαιότητά του ότι η ενότητα έχει αποκατασταθεί στην πράξη (In Tat war der wiederhesteung der Einheit der Christen)».

Το νέο οικουμενιστικό δόγμα, που διαμορφώνεται μεταξύ Βατικανού και Φαναρίου στα μέσα του 20ου αιώνα, θεωρεί αμελητέες τις δογματικές διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού, αποδίδει το Σχίσμα και την διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας σε πολιτικούς λόγους και την έλλειψη αγάπης εκατέρωθεν.

Με βάση αυτή την λογική, λοιπόν, αυτό που χρειαζόταν για την αποκατάσταση της ενότητος ήταν η άρση του Σχίσματος και «να αγαπηθούμε», κατά τον Πατριάρχη Αθηναγόρα, αφού «έως το 1054 είχαμε πολλάς διαφοράς...

Αλλά ηγαπώμεθα. Και όταν αγαπώνται οι άνθρωποι, διαφοραί δεν υπάρχουν. Αλλά το 1054 που επαύσαμεν να αγαπώμεθα, ήλθαν όλες οι διαφορές.

Ηγαπώμεθα και είχομεν το ίδιον μυστήριον. Το ίδιον βάπτισμα, τα ίδια μυστήρια και ιδιαιτέρως το ίδιο Άγιον Ποτήριον. Τώρα που ξαναγυρίσαμεν εις το 1054, διατί δεν ξαναγυρίζομεν και εις το Άγιον Ποτήριον;.

Ο στόχος, λοιπόν, είναι δεδομένος: η πλήρης «ένωση», το κοινό Ποτήριο. Για την επίτευξη αυτού του στόχου θα πρέπει να ακολουθηθεί μία διαδικασία, μία κοινή πορεία.  Για τον Πατριάρχη Αθηναγόρα «υπάρχουν δύο δρόμοι: Ο Θεολογικός διάλογος. Και έχομεν τους θεολόγους εκατέρωθεν, οι οποίοι μελετούν το ζήτημα της επανόδου εις τα παλαιά.

Και επειδή δεν έχω πολλές ελπίδες από τον θεολογικόν διάλογον... δι’ αυτό εγώ προτιμώ τον διάλογο της αγάπης. Να αγαπηθούμε! Και τι γίνεται σήμερα; Πνεύμα μέγα αγάπης εξαπλώνεται υπέρ τους Χριστιανούς Ανατολής και Δύσεως. Ήδη αγαπώμεθα. Ο Πάπας το είπε: απέκτησα έναν αδελφόν και του λέγω σ’ αγαπώ!

Το είπα και εγώ: Απέκτησα έναν αδελφό και του είπα σ’ αγαπώ! Πότε θα έλθη αυτό το πράγμα; Ο Κύριος, το ξέρει. Δεν το ξέρομε. Αλλά εκείνο το οποίο ξεύρω, είναι ότι θα έλθη. Πιστεύω, ότι θα έλθη. Διότι δεν είναι δυνατόν να μη έλθη, διότι ήδη έρχεται. Διότι ήδη εις την Αμερικήν μεταλαμβάνετε πολλούς από το Άγιον Ποτήριον και καλά κάνετε!

Και εγώ εδώ, όταν έρχωνται Καθολικοί η Προτεστάνται και ζητούν να μεταλάβουν, τους προσφέρω το Άγιον Ποτήριον! Και εις την Ρώμη το ίδιο γίνεται και εις την Αγγλίαν και εις την Γαλλίαν. Ήδη έρχεται μοναχό του. Αλλά δεν κάνει να έλθη από τους λαϊκούς και από τους ιερείς.

Πρέπει να είναι σύμφωνος και η Ιεραρχία και η Θεολογία. Γι’ αυτό λοιπόν προσπαθούμε να έχωμεν και θεολόγους μαζί, δια να έλθη αυτό το μεγάλο γεγονός, του Παγχριστιανισμού. Και μαζί με αυτό το μεγάλο γεγονός, θα έλθη μίαν ημέραν το όνειρόν μας της Πανανθρωπότητος.

«Επίθεση αγάπης» και διγλωσσία του Βατικανού: Αυτή η ακατάσχετη αγαπολογία θα κυριαρχήσει στον «διάλογο» με τους Ρωμαιοκαθολικούς. Η «επίθεση της αγάπης» είναι μία τακτική που θα εφαρμόσει συστηματικά και το Βατικανό. Από τα μέσα του 20ου αιώνα το Βατικανό εγκαταλείπει φαινομενικά την παλαιά τακτική του για απαίτηση προσχωρήσεως στον Ρωμαιοκαθολικισμό των «αιρετικών ορθοδόξων».­

Οι νέες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες δεν προσφέρονται πλέον για εχθρικές αντιπαραθέσεις και πολεμικό κλίμα και το Βατικανό σπεύδει να προσαρμοστεί παραλλάσσοντας την επικοινωνιακή του πολιτική. Ξεκινά, έτσι, την «επίθεση στα νώτα», κατά τον μακαριστό π. Ιωάννη Ρωμανίδη, επίδειξη φιλίας και αγάπης, οικουμενικά ανοίγματα και διάλογος, χωρίς καμμία ουσιαστική αλλαγή στους στόχους και τις μεθόδους.

Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ταυτόχρονα με το «Διάταγμα περί Οικουμενισμού», πού τόσο έχει προπαγανδισθεί και από Ρωμαιοκαθολικής και από Ορθοδόξου πλευράς, η Β΄ Βα­τι­κα­νή Σύνοδος εξέδωσε, επίσης, το αντίστοιχο «Διάταγμα για τις Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες», τίς ουνιτικές δηλαδή, τις οποίες αναγνωρίζει και προασπίζεται με κάθε επισημότητα.

Η επιμονή του Βατικανού στην Ουνία, την πιο επαίσχυντη δηλαδή μορφή προσηλυτισμού και πολεμικής κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αποκαλύπτει τόσο το αληθινό του πρόσωπο όσο και τον βαθμό της διγλωσσίας με την οποία δεν παύει να συμπεριφέρεται έναντι των Ορθοδόξων.

Αποκαλύπτει, όμως, και την διγλωσσία των Ορθοδόξων οικουμενιστών, που εθελοτυφλούν μπροστά στην πραγματικότητα· που αντιλαμβάνονται επιλεκτικά τις διαθέσεις του Βατικανού· που εκλαμβάνουν κατά το δοκούν τις κινήσεις και τις αποφάσεις του.

Αυτή η διγλωσσία, από ορθοδόξου πλευράς, παρακολουθεί κατά έναν παράδοξο τρόπο, αλλά με συνέπεια, την ανάλογη του Βατικανού: αυστηρή ορθόδοξη στάση στο «εσωτερικό» και διαδοχικές υποχωρήσεις έναντι των Ρωμαιοκαθολικών.

Η έναρξη του Θεολογικού Διαλόγου: Αυτή η τακτική των ορθοδόξων οικουμενιστών διατρέχει, από το ξεκίνημα ακόμη, όλη την πορεία του Θεολογικού Διαλόγου με τους Ρωμαιοκαθολικούς, που αρχίζει επισήμως από το 1980. Από τις αρχές ακόμη της δεκαετίας του 1960 είχαν ξεκινήσει οι διεργασίες για την προετοιμασία και την έναρξη αυτού του διαλόγου.

Στην φάση εκείνη επελέγη ως προσφορότερος ο «διάλογος της αγάπης» για να προλειάνει το έδαφος στην επίσημη προσέγγιση Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών. Η μέθοδος, άλλωστε, της «ψυχολογικής προετοιμασίας», που προαναφέραμε, δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ.

Το 1961 ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, συγκαλεί στην Ρόδο την Πρώτη Πανορθόδοξη Διάσκεψη και θέτει μεταξύ των θεμάτων της και την έναρξη του επίσημου θεολογικού διαλόγου με τους Ρωμαιοκαθολικούς.

Η Διάσκεψη προτείνει την «καλλιέργειαν σχέσεων εν τω πνεύματι της κατά Χριστόν αγάπης, λαμβανομένων ιδία υπ’ όψιν των υπό της πατριαρχικής εγκυκλίου του 1920 προβλεπομένων σημείων. Αυτό όμως που τονίζεται είναι ότι δεν θα πρέπει να παραβλέπονται οι βασικές διαφορές στην πίστη και την διοίκηση.

Επίσης, με κατηγορηματικό τρόπο δηλωνόταν η ανάγκη τερματισμού της θλιβερής τακτικής του προσηλυτισμού και της Ουνίας. Η επιμονή του Βατικανού στην Ουνία ήταν και ο λόγος που η Α΄ Πα­νορ­θό­δο­ξη Διάσκεψη αποφάσισε να μην αποστείλει παρατηρητές στην Β΄ Βα­τι­κα­νή Σύνοδο που θα ξεκινούσε λίγα χρόνια αργότερα τις εργασίες της.

Η ανατροπή των πανορθοδόξων αποφάσεων:Οι πανορθόδοξες αυτές αποφάσεις έμελλε, πολύ σύντομα, να ανατραπούν με πρωτοβουλία του Φαναρίου και του Βατικανού. Χωρίς την παραμικρή αλλαγή της στάσεως του Βατικανού στο ζήτημα της Ουνίας, που ήταν και η αιτία για την απόφαση να μην αποσταλούν ορθόδοξοι παρατηρητές στην Β΄ Βα­τι­κα­νή Σύνοδο, το Οικουμενικό Πατριαρχείο επιδιώκει παρά ταύτα την αποστολή παρατηρητών στο Βατικανό και την επίσημη έναρξη του θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών.

Συγκαλεί για τον σκοπό αυτό εσπευσμένα (στις αρχές Σεπτεμβρίου 1963) την δεύτερη Πανορθόδοξη Διάσκεψη της Ρόδου και μάλιστα σε διάστημα λίγων μόνο ημερών, χωρίς την ελάχιστη προετοιμασία, χωρίς την προηγούμενη επιλογή της θεματολογίας και παραβιάζοντας κάθε σχετική κανονική διαδικασία. 

Αξίζει εδώ να αναφέρουμε την κατηγορηματική και μετά σθένους άρνηση των Ορθοδόξων Εκκλησιών στην πρόσκληση του Βατικανού για αποστολή Ορθοδόξων παρατηρητών στην Α΄ Βα­τι­κα­νή Σύνοδο που πραγματοποιήθηκε το 1870.

Η αντίθεση της Εκκλησίας της Ελλάδος: Στην σπουδή αυτή του Πατριάρχη Αθηναγόρα και την προσπάθειά του για την επιβολή τετελεσμένων στην Πανορθόδοξη Διάσκεψη αντιτάχθηκε σθεναρά η Εκκλησία της Ελλάδος και ο Αρχιεπίσκοπός της Χρυσόστομος Β΄ (Χατζησταύρου).

Ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος υπήρξε ένας από τους επιφανέστερους ιεράρχες της Εκκλησίας μας. Ως αρχιδιάκονος του τότε Μητροπολίτου Δράμας (του ιερομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης) έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην οργάνωση του Μακεδονικού Αγώνα. Διετέλεσε Μητροπολίτης Τράλλεων, Φιλαδελφείας και Εφέσου.

Επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την μικρασιατική καταστροφή και εξελέγη Μητροπολίτης Καβάλας και κατόπιν Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Στην μακρόβια ζωή του ο Αρχιεπίσκοπος «γνώρισε από κοντά τη σύμπραξη του Βατικανού με τους Κομιτατζήδες στον Μακεδονικό Αγώνα, τη βοήθεια που προσέφερε το Βατικανό στον Κεμάλ Ατατούρκ και τη δράση της Ουνίας». 

Έχοντας, λοιπόν, ιδία αντίληψη για τις τακτικές του Βατικανού δεν ήταν διατεθειμένος να αποδεχθεί και να συνθηκολογήσει με τις νέες μεθοδείες του και την «επίθεση στα νώτα». 

Στον αιφνιδιασμό του Πατριάρχη απαντά με σθένος και αποφασιστικότητα. Στην έκτακτη σύγκλησή της η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία «.­..ησχολήθη με το καταθλίψαν τους Ποιμένας αυτής θέμα... κατεδίκα­σεν ομοφώνως τον έξω πάσης Κανονικής δεοντολογίας τρόπον, δι’ ου επιδιώκεται η συγκρότησις του περί ου πρόκειται Διορθοδόξου Συνεδρίου, κωλυομένη εκ των Ι. Κανόνων να αναγνωρίση μονοκρατορίαν, εις οιονδήποτε των Πρωτοκαθέδρων Επισκόπων της Εκκλησίας» (Χρυσοστόμου Β΄, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Τα Πεπραγμένα από 15-7-1963 μέχρι 15-7-1964, σελ. 18-19).

Η Ιερά Σύνοδος λαμβάνοντας υπόψη την πάγια τακτική του Βατικανού κατά της Ορθοδοξίας «διαχωρίσασα καθηκόντως τας Εαυτής ιστορικάς ευθύνας» καταλήγει στην απόφαση να μην λάβει μέρος στην Β΄ Πα­νορ­θό­δο­ξη διάσκεψη της Ρόδου. Το σκεπτικό της αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου ήταν το εξής:

«Εκτιμώσα πρεπόντως (η Ιερά Σύνοδος), αφιλαδέλφους, αντευαγγελικάς και κατακρίτους ενεργείας και μηχανορραφίας, απαραλλάκτως πάντοτε γινομένας εκ μέρους του Παπισμού εις βάρος της μιας Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, μη αποβαλόντος του Παπισμού τον παλαιόν άνθρωπον.

Ουδέ τας ανεντίμους μεθόδους του μέσω της οικτράς Ουνίας επιδιωκομένου δολίου προσηλυτισμού, απέληξεν εις την αμετάτρεπτον απόφασιν, όπως μη μετάσχη της υπό της Υμετέρας Παναγιότητος και μόνον αποφασισθείσης Διορθοδόξου ταύτης Διασκέψεως, ης αι επιπτώσεις θέλουν ασφαλώς κατεργασθή την καταρράκωσιν της Αγιωτάτης Εκκλησίας ημών.

Εις την απόφασίν της ταύτην η Ιερά Σύνοδος σύμμαχον έχει και άπασαν την Γερασμίαν χορείαν των Ιεραρχών της Εκκλησίας της Ελλάδος, σπεύσασαν τηλεγραφικώς να καταδικάση το περί ου πρόκειται ακαίρως και εν σπουδή αποφασισθέν τούτο Συνέδριον».

Την ίδια σθεναρή στάση κράτησε ο Αρχιεπίσκοπος και η Εκκλησία της Ελλάδος και στην περίπτωση της συναντήσεως Πάπα-Πατριάρχη στα Ιεροσόλυμα και της άρσεως των αναθεμάτων μεταξύ Φαναρίου και Βατικανού, γεγονότα που γνώρισαν την κατακραυγή του ορθοδόξου πληρώματος στην Ελλάδα.

Η ρήξη, λοιπόν, μεταξύ Φαναρίου και Αθήνας ήταν αναπόφευκτη, γεγονός που έφερε σε δύσκολη θέση τον Αρχιεπίσκοπο στην σχέση του με την ελληνική Κυβένηση.

Είναι η περίοδος που «οι κυβερνήσεις της Ευρώπης δέχονται συνεχείς πιέσεις από παράγοντες των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ να στηρίξουν την προσπάθεια για την Ένωση των Εκκλησιών, αφού θεωρούν ότι μόνο με αυτό τον τρόπο θα μπορέσει να αντιμετωπιστεί η Σοβιετική Ένωση και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας».

Στις 23 Ιουνίου του 1966, σε συνάντηση του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου με τον τότε Αντιπρόεδρο της Κυβερνήσεως κ. Γ. Αθανασιάδη-Νόβα και τον Υπουργό Παιδείας κ. Στ. Αλαμνή, ο Υπουργός δηλώνει στον Αρχιεπίσκοπο ότι «η κυβέρνησις βαρέως φέρει την αντίθεσιν της Εκκλησίας της Ελλάδος προς τον Οικουμενικόν Πατριάρχην και το Πατριαρχείον, διότι η αντίθεσις αυτή ενθαρρύνει τας Σλαυικάς Εκκλησίας εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου και δεν πρέπει να δίδεται η αφορμή αύτη από την Εκκλησία της Ελλάδος».

Και ο Αρχιεπίσκοπος απαντά με παρρησία και αποφασιστικότητα: «Όχι. Δεν είμεθα διατεθειμένοι να εγκαταλείψωμεν την Ορθοδοξίαν μας, η οποία είναι απ' αιώνων συνυφασμένη με την Ιστορίαν του Έθνους. Είμεθα πρόθυμοι να υποστώμεν και θυσίαν χάριν της ορθοδόξου πίστεώς μας. Εις το Βιετνάμ θυσιάζονται εις την πυράν Βουδισταί μοναχοί χάριν της πίστεώς των..­.».

Η «λύση» στο ζήτημα δόθηκε μόλις ένα χρόνο μετά από το δικτατορικό καθεστώς που εκδίωξε τον Χρυσόστομο Χατζησταύρου από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο για να αναβιβάσει τον Ιερώνυμο Κοτσώνη, πρωθιερέα έως τότε των Ανακτόρων. Θα πρέπει εδώ να αναφέρουμε παρενθετικά ότι η στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος ήταν, σε γενικές γραμμές, πάντοτε φειδωλή στις οικουμενικές της επαφές με τους ετεροδόξους.

Οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας μας στους επισήμους διαλόγους τηρούσαν, κατά κανόνα, την ορθοδοξότερη στάση και ήταν αυτοί που επέφεραν τα μεγαλύτερα προσκόμματα και εξέφραζαν τις μεγαλύτερες αντιρρήσεις σε συμφωνίες απαράδεκτες από ορθοδόξου θεολογικής απόψεως.

«Επανειλημμένως οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας της Ελλάδος στις συναντήσεις με τους Ρωμαιοκαθολικούς επεδείκνυαν σκληρή στάση... Πολ­λές φορές ο πρώην συμπρόεδρος του διαλόγου μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας κ. Στυλιανός συγκρούστηκε με τους ιεράρχες και τους θεολόγους που εκπροσωπούσαν την Εκκλησία της Ελλάδος».

Κλασική περίπτωση αυτής της στάσεως ήταν η Σύνοδος της Μικτής Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου στο Balamand του Λιβάνου το 1993, όπου η Εκκλησία της Ελλάδος μαζί με πολλές άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες αρνήθηκε να συμμετάσχει, διαμαρτυρόμενη για την κλιμάκωση της Ουνίας στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Άσκησε μάλιστα δριμεία κριτική στο κείμενο του Balamand, το οποίο δεν συνυπέγραψε και η ευθύνη του οποίου βαρύνει το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η γραμμή αυτή της Εκκλησίας της Ελλάδος ανατράπηκε από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο που με τα οικουμενιστικά του ανοίγματα (με κορυφαία την επίσκεψη του Πάπα στην Αθήνα και του Αρχιεπισκόπου στο Βατικανό) ανέτρεψε την εκκλησιαστική μας παράδοση προσχωρώντας στην τακτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Ο επίσημος Θεολογικός Διάλογος Ορθοδόξων-Ρωμαιοκαθολικών: Ο διάλογος «επί ίσοις όροις» που αποφασίστηκε, χωρίς την συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος, στην Δεύτερη Πανορθόδοξη Διάσκεψη της Ρόδου, λαμβάνει την επίσημη μορφή του το 1980, όταν συνέρχεται για πρώτη φορά η Διεθνής Μικτή Επιτροπή Θεολογικού Διαλόγου στην Πάτμο και την Ρόδο.

Η Δεύτερη Σύνοδος,της ολομελείας της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής συνήλθε στο Μόναχο το 1982 και εξέδωσε το κείμενο με θέμα «Το Μυστήριον της Εκκλησίας και της Ευχαριστίας υπό το φως του Μυστηρίου της Αγίας Τριάδος».

Η Τρίτη Σύνοδος, της Επιτροπής συνήλθε στο Κολυμπάρι των Χανίων το 1984 με θέμα «Πίστις, μυστήρια και ενότης της Εκκλησίας»· η Τέταρτη στο Bari της Ιταλίας το 1987 με θέμα «Πίστις, μυστήρια και ενότης της Εκκλησίας»· η Πέμπτη στο Νέο Βάλαμο της Φιλανδίας το 1988 με θέμα «Το μυστήριον της ιερωσύνης εν τη μυστηριακή δομή της Εκκλησίας και ιδία η σπουδαιότης της αποστολικής διαδοχής δια τον αγιασμόν και την ενότητα του λαού του Θεού».

Την περίοδο εκείνη το Βατικανό κλιμακώνει, μέσω της Ουνίας τις επεκτατικές του επεμβάσεις εις βάρος των καθημαγμένων Ορθοδόξων Εκκλησιών της Ανατολικής Ευρώπης και προκαλεί την δίκαιη αγανάκτηση της ορθοδόξου πλευράς.

Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες της Αντιοχείας, των Ιεροσολύμων, της Βουλγαρίας, της Σερβίας, της Πολωνίας και της Τσεχοσλοβακίας αρνούνται την παρουσία αντιπροσώπων τους στην Έκτη Συνέλευση της ολομελείας της Μικτής Επιτροπής που συνέρχεται στο Freising της Γερμανίας το 1990.

Η Εκκλησία της Ελλάδος ζητά την αναστολή του Διαλόγου και τελικά μετά από συζητήσεις και διαπραγματεύσεις αποφασίζεται να μην συζητηθεί το προγραμματισμένο θέμα «Εκκλησιολογικαί και Κανονικαί Συνέπειαι της Μυστηριακής Φύσεως της Εκκλησίας – Συνοδικότης και Αυθεντία», αλλά το πρόβλημα της Ουνίας.

Το Κείμενο που εκδόθηκε στο Freising ήταν μία καταδίκη της Ουνίας, που πολύ σύντομα, όμως, ανατράπηκε ριζικά στην επόμενη Έβδομη Συνέλευση της Επιτροπής στο Balamand του Λιβάνου το 1993. Εκεί αναγνωρίστηκε και επισήμως η Ουνία με ευθύνη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καθώς πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν μετείχαν στην Συνέλευση και άσκησαν δριμεία κριτική στο Κείμενο.

Μεταξύ των αντιδρώντων στο Κείμενο του Balamand ήταν και η Εκκλησία της Ελλάδος, η Ιερά Σύνοδος της οποίας με επιστολή της προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο το χαρακτήριζε «απαράδεκτο από ορθόδοξη άποψη» .(εφ. Εκκλησιαστική Αλήθεια, 393/16-1-1994).

Στην Βαλτιμόρη των Η.Π.Α., όπου το 2000 συνέρχεται η Όγδοη Συνέλευση της Μικτής Επιτροπής αναδεικνύεται με ανάγλυφο τρόπο το αδιέξοδο του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, που καταλήγει σε ναυάγιο και οδηγεί σε παραίτηση τον επί εικοσαετία Συμπρόεδρο (από ορθοδόξου πλευράς) της Επιτροπής Αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας κ. Στυλιανό.

Ο κ. Στυλιανός εξηγώντας τους λόγους της παραιτήσεώς του δηλώνει αργότερα ότι «μετά την 20ετη επίπονη Προεδρία μου εις τον ‘Επίσημο Θεολογικό Διάλογο’ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, παραιτήθηκα οικειοθελώς, δια να μη έχω πλέον ουδεμίαν σχέση με ένα τέτοιο ‘ανούσιο παίγνιο’».

Νέος Ορθόδοξος Συμπρόεδρος ορίζεται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ο Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης Ζηζιούλας.Ο Διάλογος επαναλαμβάνεται και πάλι το 2006 στο Βελιγράδι στην Ένατη Ολομέλεια της Μικτής Επιτροπής με θέμα «Η θεολογία της κοινωνίας (πρωτείο του Ρώμης και το συναφές ζήτημα των ανατολικών καθολικών εκκλησιών)».
Η Ουνία συνεχίζει να υφίσταται, αλλά αυτό δεν αποτελεί πλέον πρόβλημα, αφού ξαφνικά θεωρήθηκε πως «δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος διαλόγου». 

Αυτός είναι και ο λόγος που στην τελευταία Δέκατη Σύνοδο της Επιτροπής το 2007 στην Ραβέννα της Ιταλίας με θέμα «Εκκλησιολογία και κανονικαί συνέπειαι της μυστηριακής φύσεως της Εκκλησίας, Εκκλησιαστική Κοινωνία, Συνοδικότης και Εξουσία» η συζήτηση του ζητήματος της Ουνίας (κείμενο Balamand) μετατίθεται στο «εγγύς μέλλον», χωρίς αυτό να προσδιορίζεται.

Η μέθοδος του διαλόγου: Σύμφωνα με απόφαση των δύο μερών ο διάλογος ξεκινά από τα «ενούντα», ενώ η συζήτηση για τις δογματικές διαφορές τοποθετήθηκε στο απώτερο μέλλον.
Σκοπός της επιλογής ήταν να δημιουργηθεί το κατάλληλο κλίμα μεταξύ των δύο πλευρών, το οποίο είχε αρχίσει να καλλιεργείται με τον διάλογο της αγάπης και το οποίο κινδύνευε να ανατραπεί αν ετίθετο το ζήτημα των δογματικών διαφορών.

Ο ψυχολογικός παράγοντας υπερισχύει για μία ακόμη φορά έναντι της πραγματικότητος και της αληθείας με τραγικές και ανυπέρβλητες συνέπειες για την δεύτερη.Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα, οδεύοντας προς την συμπλήρωση μίας τριακονταετίας επισήμου θεολογικού διαλόγου με τους Ρωμαιοκαθολικούς. 

Ενώ έχουν εκπονηθεί 10 σχετικά κείμενα από την Μικτή Επιτροπή, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν οι δύο πλευρές είναι ότι δογματικές διαφορές δεν υπάρχουν, παρά μόνο άλλες παραδόσεις, που μπορούν να συνυπάρξουν και να εμπλουτισθούν αμοιβαία.

Χρειάστηκε δηλαδή μισός αιώνας περίπου «ψυχολογικής προετοιμασίας» για να αποδεχθούν οι Ορθόδοξοι επισήμως τις αποφάσεις της Β Βατικανής Συνόδου για κοινή αποστολική πίστη και παράδοση, κοινά μυστήρια, κοινή ιερωσύνη, αλλά και για ταυτόχρονη αποδοχή άνευ όρων της Ουνίας και της πολεμικής του Βατικανού εις βάρος των Ορθοδόξων.

Πρώτη χειροπιαστή επιβεβαίωση η συμφωνία του Balamand. Το κείμενο της Μικτής Επιτροπής που συνήλθε εκεί το 1993 στην 7η συνεδρία της ολομελείας της αποφαίνεται:

«Πράγματι, προ παντός από των Πανορθοδόξων Διασκέψεων και της Β΄ Βατικανής Συνόδου και εξής, η εκ νέου ανακάλυψις και η επαναξιοποίησις, τόσον εκ μέρους των Ορθοδόξων όσον και υπό των Καθολικών, της Εκκλησίας ως κοινωνίας μετέβαλε ριζικώς τας προοπτικάς, επομένως δε και την στάσιν των.

Και από τις δυό πλευρές αναγνωρίζεται ότι αυτό που ο Χριστός ενεπιστεύθη στην Εκκλησία Του - ομολογία της αποστολικής πίστεως, συμμετοχή στα ίδια μυστήρια, προ πάντων στη μοναδική Ιερωσύνη που τελεί τη μοναδική θυσία του Χριστού, αποστολική διαδοχή των επισκόπων- δεν δύναται να θεωρήται ως η ιδιοκτησία της μιας μόνον από τις Εκκλησίες μας. Στα πλαίσια αυτά, είναι προφανές ότι κάθε είδους αναβαπτισμός αποκλείεται.

Στην δέκατη ολομέλεια της Επιτροπής στην Ραβέννα το 2007, φθάσαμε στο σημείο να θεωρείται πως το μόνο εκκρεμές ζήτημα με τους Ρωμαιοκαθολικούς είναι το πρωτείο του Πάπα και αυτό μόνον να συζητούμε.

Οι γνωρίζοντες, βεβαίως, καλύτερα τα πράγματα ήταν σε θέση να τα προβλέπουν όλα αυτά εδώ και τριάντα χρόνια περίπου. «Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει εις τους σοβαρώς αμφοτέρωθεν και έξωθεν παρακολουθούντας τον Διάλογον τούτον, ότι αι κυριώτεραι δυσκολίαι τελικώς θα συνοψισθούν εις τα έχοντα σχέσιν προς το πρωτείον και το αλάθητον του Πάπα, κατά δεύτερον δε λόγον εις την δια του Filioque εισαχθείσαν και επικρατήσασαν διαφοράν, η οποία, ευτυχώς... φαί­νε­ται ότι λίαν προσεχώς, συν Θεώ, θα εκλείψη εξ ολοκλήρου».

Στην ίδια ομιλία του ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπερασπιζόμενος την επιλογή να ξεκινήσει ο διάλογος από τα «ενούντα» τις δύο πλευρές, δίνει μία ενδιαφέρουσα, όσο και αποκαλυπτική, ερμηνεία και για το ζήτημα της Ουνίας:

«Εάν ο Διάλογος ήρχιζεν από τας μείζονας μεταξύ των δύο Εκκλησιών διαφοράς, η πρόοδός του θα καθίστατο προβληματική, διότι θα είχομεν ευθύς εξ αρχής δυσκολίας, των οποίων αι ψυχολογικής φύσεως δεν θα ήσαν ασφαλώς αι τελευταίαι.

Αλλά και πάλιν, δηλαδή και τώρα που ήρχισεν ο Διάλογος από τα ενούντα, αι ψυχολογικαί δυσχέρειαι δεν απέλιπον. Θα αναφέρω εν μόνον παράδειγμα: το θέμα της Ουνίας, επί του οποίου οι ορθόδοξοι γενικώς έχουν αλλεργίαν και αντιδρούν, διότι τούτο συνάπτεται με δυσάρεστα ιστορικά γεγονότα. Αλλά την ψυχολογικήν τοποθέτησιν των Ορθοδόξων έναντι της Ουνίας φαίνεται ότι δεν κατενόησεν εισέτι επαρκώς η Ρώμη και την υποτιμά».

Στην συνέχεια της ομιλίας του εκείνης ο Οικουμενικός Πατριάρχης, αφού αναφέρθηκε σε περιπτώσεις διεισδύσεως της Ουνίας στις Ορθόδοξες Εκκλησίες, αναφέρει:«Πάσαι αι περιπτώσεις αύται και ει τις άλλη παρομοία δημιουργούν πικρίαν παρά τοις ορθοδόξοις, οπλίζουν τους εκ των προτέρων αντιτιθεμένους εις τον διάλογον των δύο Εκκλησιών με επιχειρήματα και, εν πάση περιπτώσει επιβαρύνουν το ψυχολογικόν κλίμα».

Αυτό που φαίνεται να απαιτείται είναι μία ανάλογη «ψυχολογική προετοιμασία» για να αποδεχθούν οι Ορθόδοξοι την ύπαρξη της Ουνίας, καθώς «το πρόβλημα αυτό οδήγησε στην αναστολή του επίσημου θεολογικού διαλόγου στα τέλη της δεκαετίας του ’90.

Ευτυχώς διασώσαμε μία διαδικασία, κατά την οποία είχαμε τη δυνατότητα να εντρυφήσουμε στα θέματα αυτά, και παράλληλα να παραμείνουμε πιστοί στη δέσμευσή μας για διάλογο».

Η «διαδικασία» αυτή εκφράσθηκε αρκετές φορές με παλινδρομήσεις και αντικρουόμενες δηλώσεις στο συγκεκριμένο ζήτημα. Έτσι, με την αναφορά του στην Ουνία, στον χαιρετισμό του προς τον Καρδινάλιο Κάσπερ στην θρονική εορτή του Φαναρίου τον Νοέμβριο του 1991 θεωρήθηκε ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης «εμμέσως πλην σαφώς απείλησε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία με άμεση διακοπή του διαλόγου.

Ανέφερε συγκεκριμένα ο Πατριάρχης: «
Το επί δεκαετίαν επιτελεσθέν όντως ιστορικόν δια τα καθ' όλα διαχριστιανικά πράγματα έργον του θεολογικού ημών διαλόγου κινδυνεύει ατυχώς όχι μόνον να ανασταλή επ' αόριστον και με αγνώστους προοπτικάς αλλά ίσως και να ματαιωθή εξ ολοκλήρου, ως μη ώφειλε.

Λόγω της δημιουργηθείσης υπό των ουνιτών εις την Ανατολικήν και Κεντρώαν Ευρώπην απαραδέκτου καταστάσεως, εις τας σχέσεις αυτών προς τας τοπικάς ορθοδόξους Εκκλησίας, αίτινες αποτελούν το αρχαιοπαράδοτον κυρίαρχον χριστιανικόν δόγμα, ενώ θα έπρεπε να επιδειχθή μεγαλύτερος σεβασμός και αδελφική εμπιστοσύνη».

Και ενώ θα ανέμενε κανείς την παπική συμμόρφωση μπροστά σ’ αυτή την «απειλή» για διακοπή του διαλόγου, δύο μόλις χρόνια μετά, στο Balamand υπεγράφη μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών (με ακεραία την ευθύνη εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καθώς πολλές εκ των Ορθοδόξων Εκκλησιών απείχαν και κατεδίκασαν την συμφωνία) η γνωστή Συμφωνία που προβλέπει ότι: 

«Όσον αφορά εις τας ανατολικάς καθολικάς Eκκλησίας (σημ. ουνιτικάς), είναι σαφές ότι αύται, ως τμήμα της καθολικής Κοινωνίας, έχουν το δικαίωμα να υπάρχουν και να δρουν δια να ανταποκριθούν εις τας πνευματικάς ανάγκας των πιστών των». Συμφώνως προς το πνεύμα της Συμφωνίας του Balamand η Ουνία γίνεται πλέον αποδεκτή και εν τοις πράγμασι από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. 

Η αναγνώριση αυτή εκφράζεται ποικιλοτρόπως, όπως για παράδειγμα με την αδιαμαρτύρητη αποδοχή εκ μέρους του Φαναρίου της συμμετοχής του, κορυφαίου στην ιεραρχία του Βατικανού, ουνίτη Καρδιναλίου Duat, την παρουσία του στην ορθόδοξη λατρεία και την τιμή του από τον ίδιο τον Οικουμενικό Πατριάρχη.

Χαρακτηριστική, επίσης, είναι και η προσφορά από τον Οικουμενικό Πατριάρχη ενός Αγίου Ποτηρίου, ως συμβολικού δώρου, προς τον ουνίτη επίσκοπο των Αθηνών κ. Δ. Σαλάχα τον Μάιο του 2008.   

Μάλιστα ο κ. Σαλάχας έγινε δεκτός (με τα υπόλοιπα μέλη της Συνόδου Ρωμαιοκαθολικών Επισκόπων Ν.Α. Ευρώπης) στο Φανάρι και συνεόρτασε στον Πατριαρχικό Ναό την εορτή της Ορθοδοξίας, δείγμα κι αυτό ότι η «ψυχολογική αλλεργία» των Ορθοδόξων στην Ουνία, συν τω χρόνω εξασθενεί.

Ένας άλλος σημαντικός τομέας για την κάλυψη του οποίου απαιτείται εκτεταμένης κλίμακας «ψυχολογική προετοιμασία» είναι αυτός της «αποκαταστάσεως της κοινωνίας» μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών. Εδώ καθοριστική είναι η εκατέρωθεν συμμετοχή σε συμπροσευχές, ιεροπραξίες, ακολουθίες, λειτουργίες κ.α.

Η ανταλλαγή επισκέψεων επισήμων αποστολών στις θρονικές εορτές Βατικανού και Φαναρίου, που αποφασίστηκε εδώ και χρόνια, δίνει την δυνατότητα μέσα από πράξεις κορυφαίου συμβολικού χαρακτήρα να παρέχεται η εικόνα δύο «εκκλησιών» που συνυπάρχουν και «κοινωνούν» αρμονικά.

Ο συμφυρμός Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών σε λατρευτικές πράξεις, οι επίσημες προσφωνήσεις, αναγνωρίσεις και αποδόσεις τιμών, ταυτόσημες προς όλους και χωρίς καμμία διάκριση αν απευθύνονται σε ομοδόξους η ετεροδόξους, δίνουν το στίγμα αυτής της τακτικής.

Η δύναμη, άλλωστε, της εικόνας, της συνήθειας και του συγχρωτισμού είναι αδυσώπητη. Αμβλύνει συνειδήσεις, ανατρέπει παραδόσεις, σχετικοποιεί αλήθειες, αλλοιώνει πιστεύματα. Είναι η σύγχρονη πνευματική νόσος, που πλήττει τον εκκλησιαστικό θεολογικό μας χώρο και απειλεί με πανδημία το ορθόδοξο πλήρωμα.

Η ανταλλαγή λειτουργικού ασπασμού μεταξύ Πατριάρχη και Πάπα, ακόμη και στην διάρκεια της ορθοδόξου Θείας Λειτουργίας στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό ναό του Αγίου Γεωργίου (τον Νοέμβριο του 2006), σηματοδοτεί αυτό που «οφείλουμε» να συνηθίσουμε, να αναγνωρίσουμε και να αποδεχθούμε ως Ορθόδοξοι, την «ενότητα της πίστεως» με τους Ρωμαιοκαθολικούς!

Η παρουσίαση όλων των αποφάσεων, των γεγονότων και των ντοκουμέντων που παραθέσαμε, καταδεικνύουν, πιστεύουμε, την μεθόδευση και την πρακτική, που ακολουθήθηκε στην πορεία της προσεγγίσεώς μας με τους Ρωμαιοκαθολικούς.Πρόκειται για την ίδια ακριβώς πρακτική και μεθόδευση, που τηρείται και σήμερα, γι’ αυτό και αποφέρει τα ίδια οδυνηρά και ολέθρια αποτελέσματα για την Ορθοδοξία μας.

Η στάση και οι επιλογές μας απέναντι στα τεκταινόμενα, που αφορούν μάλιστα την ίδια την Ορθόδοξη πίστη μας και τον σωτηριολογικό της χαρακτήρα, αποτελούν προσωπική ευθύνη όλων μας, δια τούτο αναμένομεν να ίδωμε και τις αποφάσεις της Μεγάλης Συνόδου στην Κρήτη εάν πραγματοποιηθεί μετά από τις τόσες δικαιολογημένες διαφωνίες που έχουν προκύψει από τα διανεμηθέντα κείμενα και θα επανέλθουμε.

Τομέας Ενημέρωσης: Voiotosp.blogspot.gr



 

Δημοσίευση σχολίου