20 Ιουλίου, 2016

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΟΥΣ

 

«Η πρόταση του Πάπα  και η επιθυμία του κ. Βαρθολομαίου για μια κοινή ημέρα εορτασμού για το χριστιανικό Πάσχα δεν είναι ρεαλιστική», αλλά ούτε και τωρινή έρχεται από τον Μάρτιο του 1975 τον τότε Πατριάρχη κυρό Δημήτριο όπου στις Πασχάλιες Ευχές του προς τον τότε Πάπα Ρώμης Παύλο τον ΣΤ΄ έγραφε:

 ΤΗ ΑΥΤΟΥ ΑΓΙΟΤΗΤΙ
ΤΩ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ ΠΑΥΛΩ ΣΤ΄
Εις Βατικανόν

Καίτοι, δεν εορτάζομεν όμού εφέτος το Πάσχα, όμως η Ανάστασις είναι μια και ο Αναστάς είναι ο είς  Κύριος ημών.

Εν τη ευχή και τη ελπίδι, ότι θά άξιωθώμεν άπαντες οί Χριστιανοί όπως συνεορτάζωμεν την Ανάστασιν κατά τήν αύτήν ήμέραν, επισκεπτόμεθα νοερώς τήν Ύμετέραν γερασμιώτατην Αγιότητα καί έν τώ σεβασμίω προσώπω Αυτής τήν ανά τόν κόσμον Άγιοτάτην Ρωμαιοκαθολικήν Εκκλησίαν καί Άπευθύνοντες Ύμίν τόν εόρτιον άδελφικόν ημών άσπασμόν εύχόμεθα άπό καρδίας όπως τό φώς καί ή χαρά τής Άναστάσεως περιλάμπουσι καί εύφραίνωσι τήν Ύμετέραν άγαθήν καρδίαν καί τάς καρδίας άπάντων τών άδελφών Χριστιανών τής Δύσεως.
Τελευτώντες λέγομεν «Άνάστα ο Θεός κρίνων τήν γήν».

Φανάριον, τή 27η Μαρτίου 1975

 Πατριάρχης ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α΄


Η παρουσία των διαφορετικών εορταστικών ημερομηνιών "δεν είναι τίποτα επικίνδυνογια το Χριστιανισμό."Τα κίνητρα πίσω από την επιμονή της Εκκλησίας κατά τον τέταρτο αιώνα στην ενότητα για το θέμα του Πάσχα δεν είναι πλέον σχετικά: «Για να μην μας μπερδεύουν με τους Εβραίους».

«Για τους Καθολικούς, η απόφαση του Πάπα είναι αυτάρκης, ενώ οι Ορθόδοξοι χριστιανοί είναι ακόμα δεμένοι με την παράδοση τους, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, με την απόφαση της Α΄ 'Οικουμενικής Συνόδου.

Και αν το ερώτημα έχει να κάνει με την εαρινή ισημερία  και την ερμηνεία της, ωστόσο, αναγνωρίζεται πως η θέσπιση μιας σταθερής ημέρας του Πάσχα (την τρίτη Κυριακή του Απριλίου) αντιβαίνει σαφώς στην Οικουμενική Σύνοδο.

Μια παρόμοια πρόταση για κοινό εορτασμό του Πάσχα από όλους τους Χριστιανούς είχε γίνει κι από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο ΙΙ, αλλά η ιδέα δεν προχώρησε. Παρόμοια πρόταση έγινε  και από την Β΄Βατικάνειο Σύνοδο το 1965 και αυτή απέτυχε.

«ΕΝ ΣΤΟΜΑ - ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ».
Ό Κύριος ημών, στηρίζων καί ένισχύων τούς μαθητάς Του, ολίγον πρό του Πάθους Του, ηυχετό «ίνα πάντες εν ώσι», κατά τήν ενότητα, τήν οποίαν Εκείνος έχει μέ τόν Πατέρα Του.

Ό απόστο­λος Παύλος άκουσας, ότι μεταξύ τών Κορινθίων είσεχώρει ασυμφω­νία καί εδημιουργούντο σχίσματα χάριν ανθρωπίνων προτιμήσεων, μετά λύπης τούς επιτιμά, καί προτρέπει «ίνα, τό αυτό λέγητε πάντες καί μή ή έν ήμίν, σχίσματα.

Ή Εκκλησία νυχθημερόν εύχεται υπέρ της εν ομοφροσύνη ένότητος πάντων καί πανταχού καί είς τόν καιριώτερον καιρόν της Θ. Λειτουργίας δέεται «Καί, δός ημίν έν ένί στόματι καί μια καρδία δοξάζειν καί ανυμνείν τό πάντιμον καί με­γαλοπρεπές όνομα σου...».

Ή ομοφροσύνη καί συμφωνία έν πάσιν ήτο καί είναι τό διακριτικόν τής Έκκλησίας, είς τήν οποίαν δέν έχει χώραν ή προσωπική «γνώμη» του καθ' ενός, οιουδήποτε, άλλά τό κοινόν φρόνημα, κατά τό «σωτηρία έν πολλή βουλή», καί ώς αποδεικτικόν Ορθοδοξίας, λαμβάνεται, τό «ό,τι. πάντοτε και πανταχού καί ύπό πάντων έπιστευθή».

•Ή συμφωνία καί ένωσις αυτή αποτελεί τό θέμα, υπέρ νυν μας απασχολεί, ουχί, βεβαίως, ή όψιμος ένωσιολογική κίνησις, τήν οποίαν - εσχάτως μερικοί μεμονωμένοι εγκέφαλοι ένεπνεύσθησαν καί είς τήν οποίαν μόνον ή αλήθεια, ή έστιν ο Θεός, δεν μεσολαβεί καί δέν έχει θέσιν. Διότι με το άπατηλόν πρόσχημα καί τό όνομα τής  αγάπης (ουχί κατά Κύριον).

Καί τής «ένότητος πάντων των Χρι­στιανών» (καί «χριστιανοί» ένταύθα δέν εννοούνται οι αληθώς χρι­στιανοί, οι ορθόδοξοι, άλλα πάσα συναγωγή αιρετικών), παρουσιάσθη πάλιν νέον σύνθημα περί «Κοινού Πάσχα», περί συνεορτασμού δηλ. μετά τών έξω τής Εκκλησίας, άνευ επιστροφής εκείνων είς τήν πίστιν, ούτως ώστε τό Άγιον Πάσχα νά μεταβληθή είς «κοινόν» δηλ. μολυσμένον.

Καί επειδή ή άνακίνησις τοιούτων θεμάτων έχει προϊστορίαν καί ή έναρξις διανοίξεως νέων οδών έχει τήν αρ­χήν της είς τήν έποχήν του Μεταξά η, όστις άντικανονικώς καί παρανόμως μετεκίνησε τό Έορτολόγιον καί έξεκόλαψε πρώτος τά μαστίζοντα.

Καί σήμερον τήν Έκκλησίαν άλλα κακά, δέον ν' άνατρέξωμεν καί έπιμείνωμεν είς τό κατά πόσον κατά Θεόν έγιναν έξ αρχής αί αθετήσεις, τών θεσμών τής Εκκλησίας, αίτινες καί συνε­χίζονται.Ή έν Θεώ ένότης, έάν προϋποθέτη ταυτότητα φρονημάτων, αναμφιβόλως καί εξωτερικεύεται" διά τής θείας λατρείας, ποία δέ πληρεστέρα καί ωραιότερα εκπλήρωσις του «ίνα τό αυτό λέγητε πάντες» ή του «καί δός ήμίν έν ενί στόματι καί μια καρδία δοξάζειν..», ώς διά τής ομοφώνου ενώπιον του Θεού παραστάσεως, ότε αυτώ λατρεύομεν;

Τήν έσωτερικήν καί έξωτερικήν ταύτην ενότη­τα τής Εκκλησίας, ήτις ήτο τό γνώρισμα καί τό καύχημα της είς τά πέρατα τής οικουμένης, ουδείς διενοήθη καί έτόλμησε νά σαλεύση καί διάρρηξη έπί τόσους αιώνας, τήν δέ προϋπάρχουσαν περί μόνην τήν έορτήν του Πάσχα διαφοράν, δικαιολογημένην, άλλως τε, ούσαν, ώς έλκουσαν τήν παράδοσιν έκ τών Αποστόλων. 

Οι ό­ποιοι, έξ Εβραίων όντες, έπόμενον ήτο νά σέβωνται παλαιάς εκεί­νων παραδόσεις, άμα ώς απηλλάγη τών διωγμών καί ήδυνήθη νά συνέλθη έπί τό αυτό, μεθ' αγίου ζήλου καί θεαρέστου μερίμνης ήρεν έκ του μέσου, ή δ' έμπεδωθείσα ομοφωνία έκτοτε καί έπί 16 ακριβώς αίώνας έκήρυσσε τήν δόξαν του Θεού

ΑΝΤΟΡΘΟΔΟΞΟΙ  ΙΔΕΑΙ  ΝΕΩΤΕΡΙΖΟΝΤΩΝ.
Κατά τούς έσχατους πονηρούς καιρούς, ότε, διά τών δολίων ενεργειών κάποιων δυνάμεων, αί όποίαι ύστερικώς βλέπουν τά σχέδια των διά παγκόσμιον έπικράτησιν πραγματοποιούμενα μόνον διά τής άνηθικοποιήσεως του κόσμου καί τής διαφθοράς καί καταστροφής τών χριστιανικών κρατών καί τής χριστιανικής οικογενείας. 

Αί ήθικαί άξίαι απώλεσαν διά πολλούς τήν σημασίαν των καί τά πάντα παρεξηγήθησαν, έξ επηρεασμών κοσμικών καί ελατηρίων μυστικής ιδιοτέλειας καί έμπαθείας, ο ρόλος τόν όποιον «εκλήθησαν» νά διαδραματίσουν είς τήν Έκκλησίαν.

Παρεξηγήσαντες τά όρια καί τό περίγραμμα τών καθηκόντων των, έτσιθελικώς μετεβλήθη σαν άπό φυλάκων τής έμπιστευθείσης αυτοίς παρακαταθήκης τών Κανόνων.

Καί τής παραδοθείσης πίστεως είς «διαχειριστάς» αυτής καί ανώτερα των φρονήσαντες, ύπέκλεψαν δικαίωμα ανήκον μόνον είς τήν Οίκουμενικήν Σύνοδον, άναλαβόντες ρόλον νομοθέτου καί μεταρρυθμιστού κατά τρόπον παράνομον καί άγνωστον είς τήν Έκκλησίαν του Χριστού.

Φαντάζεται κανείς τι θά έγίνετο, έάν ο κάθε αστυνομικός ή κάθε κυβερνητικός υπάλληλος, ανώτερος ή κατώτερος, είχε τήν δυνατότητα νά νομοθέτη, ύποκλέπτων τό δικαίωμα τής Βουλής καί νά διαχειρίζηται τούς υπάρχοντας νόμους καί τήν κρατικήν μηχανήν κατά τό δοκούν αυτώ. 

Καί έάν τούτο ούτε καν τολμά νά διέλθη διά τής διανοίας κανενός, πώς δέν πρέπει νά φρίξη τις διά τό τοιούτο τολμώμενον είς τήν Έκκλησίαν του Χριστού, ήτις, ώς θεοσύστατον σώμα, έχει είλημμένας τάς αποφάσεις καί κατηρτισμένους τούς νόμους της έν κοινή πάντων τών χριστιανών συμφωνία καί συνειδήσει, συνεργουντος του Αγίου Πνεύματος!

Αί τοιαύται επεμβάσεις δέν γίνονται έν Άγίω Πνεύματι καί διά τήν ώφέλειαν τών ψυχών τών χριστιανών, διότι τότε θά έγίνοντο διά κοινής πάντων συμφωνίας καί ουχί αντιθέτως τών εις ημάς παραδοθέντων, άλλ' έκ τής έπηρείας του πονηρού, ο όποίος σπείρει τά ζιζάνια του ουχί μετ' ηρεμίας καί «πολλής βουλής», άλλ' έκβιαστικώς καί αύταρχικώς καί διά χρησιμοποιήσεως προσωπείων δολιότητος καί υποκρισίας......

Έάν τά χρησιμοποιούμενα όργανά του είναι άπλα άτομα άνευ τινός εξουσίας, ή βλάβη δέν άπλούται μακράν, περιοριζόμενη είς τό άτομον ή τόν πολύ, στενόν κύκλον το επίβουλου τής πατρώας κληρονομιάς. Όπόσον, δέ κακόν γίνεται, όσω ύψηλότερον έν άξιώμασιν ίσταται ο γενόμενος όργανον αλλότριων, ούτε ανάγκη νά είπωμεν' διά τούτο καλώς λέγεται ότι «του μεγάλου καί τά μικρά σφάλματα ώς μεγάλα λογίζονται».

Ό αοίδιμος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φιλόθεος λέγει έν προκειμένω: «Οίδεν ο ενεργών έν τοις υϊοίς τοις άπειθείας, πονηρός καί άρχέκακος δράκων, δτι κατά τής ευσέβειας καί τών ασφαλώς άντεχομένων αυτής προσβάλων, άνδράσι χρήσάμενος ούκ έν άξιώμασιν έξεταζομένοις ήκιστα ήδυνήθην διά ταύτα τών, κατά γνώμην τυχείν, υποδύεται: τούς είς Πατριάρχας τελούντας».

Είς, τήν αυταρχικότητα καί ύποκρισίαν ερχόμενη επίκουρος ή αδιαφορία των πολλών, γίνεται αφορμή νά θλίβονται αί ψυχαί τών ευσεβών πολύ ή ολίγον διάστημα,, αναλόγως ταύτης, ώς, ότου ο Θεός ποιήση το έλεός του καί, καθ, ους τρόπους γνωρίζει, προς τήν διάθεσιν και τήν ώφέλειαν τών χριστιανών, κάμη έπανόρθωσιν του κακού, του οποίου έγένοντο πρόξενοι οί λαβόντες τό όνομά Του είς το στόμα των καί σταθέντες «έν τόπω άγίω», άλλ' άπωθήσαντες τόν φόβον Του έκ τής καρδίας των. 

Η «ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ» ΤΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ ΠΡΩΤΟΝ  ΚΑΙ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ:Τήν ενότητα καί ομοφωνίαν είς τήν άναγκαιοτέραν καί έμφανεστέραν πρός τόν Θεόν. σχέσιν τών "Ορθοδόξων διέρρηξεν από 46 ετών μία ενέργεια, διά τήν οποίαν ούτε μία ευσεβής ψυχή είπεν ότι κανονικώς καί θεαρέστως έγένετο.

Καί όμως πάρα πολλοίς ωσάν νά μή συνέβη καί νά μή συμβαίνη τίποτε τό άντεκκλησιαστικόν καί παράνομον καί καταλυτικόν τής ένότητος καί τής παραδοθείσης παρακαταθήκης καί επομένως άντίθετον του θελήματος του Θεού.

Απορεί κανείς πώς ανέχονται ν' αδιαφορούν ή πώς νομίζουν ευλαβείς χριστιανοί ότι είναι θεάρεστον ή έπιτετραμένον νά καταλύωνται αιωνόβιοι θεσμοί καί ή ομοφωνία τών Όρθοδόξων, ούτως ώστε νά μή παρίστανται ενώπιον του Θεού «έν ένί στόματι καί μια καρδία» καί νά λέγωσιν ουχί «τό αυτό πάντες», άλλ' οί μέν τούτο οί δέ άλλο. Αυτή ή αδιαφορία, ή περί «άλλα πολλά» τύρβη.

Καί ή έν ω σμίκρυνσις τής σημασίας ή ή άπέκδυσις τής ευθύνης παρέσχεν εύκαιρίαν, ώς παρέχει καί σήμερον, εις τινας ρηξικέλευθους, οίτινες «δουλεύουσιν ουχί τω Θεώ άλλα τοις εαυτών πάθεσι», νά επιβουλευθούν τήν πατρικήν ημών κληρονομίαν καί διαχειρίζωνται τά τής Εκκλησίας καί τής σωτηρίας τών ψυχών μας καί επεμβαίνουν εκεί πού ουδείς τοις έδωσε δικαίωμα.

Τό συνήθως προβαλλόμένον «εμείς τι ξέρομεν ή τι φταίομεν; οί αρχηγοί πού τά κάμνουν εκείνοι θά δώσουν λόγον», δέν δικαιώνει" ή άγνοια τών νόμων είς ουδέν δικαστήριον τοΰ κόσμου γίνεται δεκτή ώς επιχείρημα καί δικαιολογητικόν, κατά δέ τό κοινόν τής Εκκλησίας φρόνημα, «έκδικοι τής πίστεως» είναι, ώς προανεφέρθη, πάντες οί χριστιανοί: φύλακες ώρκίσθησαν νά είναι.

Γνωρίζομεν πού έρριψε τόν παπισμόν ή νοοτροπία αυτή του νά νομίζεται ότι έπί τών τής πίστεως «αποφαίνεται καί ωρίζει» ο είς ή οί ολίγοι, αντί τής συνειδήσεως παντός, του σώματος τής Εκκλησίας, έκφαινομένης διά τής έν Αγίω Πνεύματι Οικουμενικής Συνόδου.

Καί άν ακόμη ουδεμία άθέτησις διατάξεως ή θεσμού καί νόμου έκ τών παραδοθέντων έγίνετο, πράγμα πού δέν συμβαίνει, ώς περαιτέρω θά ίδωμεν, καί μόνη παρείσφρυσις ασυμφωνίας είς τήν λατρείαν του Θεού, ήρκει πρός βεβαίωσιν ότι ή δημιουργήσασα ταύτην ενέργεια δέν είναι κατά τό θέλημα του Θεού.

Ό Μ. Κωνσταντίνος καί ή Α' Οικουμενική Σύνοδος τήν περί μόνην τήν έορτήν του Πάσχα προαναφερθείσαν άσυμφωνίαν δέν έχαρακτήρισαν ώς επουσιώδη καί άδιάφορον, άλλ' ώς πράγμα «δεινόν τε καί απρεπές» καί έκριναν ώς «άθέμιτον» τήν υπαρξιν λατρευτικήν τήν ήμέραν τής πρώτης εαρινής πανσελήνου.

Οί δέ, άκολουθούντες τήν παράδοσιν αποστόλων, οί όποιοι ώς πρός τόν χρόνον του εορτασμού έτήρουν τόν παλαιόν τύπον, έώρταζον τό Πάσχα αυτήν τήν ήμέραν τής πρώτης εαρινής πανσελήνου, οί δέ, άκολουθούντες επίσης πάλαιαν παράδοσιν, έτέλουν τούτο τήν μετά τήν αυτήν πανσέληνον Κυριακήν ώστε ή διαφορά, ήδύνατο νά είναι καί μία ήμερα.

"Όμως ή αγία εκείνη Σύνοδος, συνεργούντος του Μ. Κωνσταντίνου, δέν ένόμισε πρέπον ν' άφήση νά συνεχίζεται ή άσυμφωνία αύτη, αλλά μετά θεϊκού ζήλου καί αγίας μερίμνης ενέργησε καί έν 'Αγίω Πνεύματι έξήνεγκε τόν θεάρεστον ορισμόν, διά του οποίου έκτοτε καί έπί 16 ακριβώς αιώνας ή πλήρης ομοφωνία, άποκατεστάθη μεταξύ τών απανταχού Όρθοδόξων.

Ιδού πώς έγραφεν ο άοίδιμος εκείνος Βασιλεύς τοις άπολειφθείσι τής Συνόδου Έπισκόποις ίνα, χάριν τής έν Κυρίω ομοφωνίας, συμφωνήσωσι καί εκείνοι τοις κατά Θεόν γενομένοις:«Κωνσταντίνος Νικητής Μέγιστος Σεβαστός, ταις Έκκλησίαις».

Πείραν λαβών έκ τής τών κοινών εύπραξίας, όση τής θείας δυνάμεως πέπαυκε χάρις, τούτον πρό γε πάντων έκρινα είναι μοι -προσήκειν σκοπόν, όπως παρά τοις μακαριωτάτοις τής καθολικής Εκκλησίας πλήθεσι πίστις μία καί ειλικρινής, αγάπη όμογνώμων τε περί τόν παγκρατή Θεόν ευσέβεια τηρείται.... άχρι τοσούτου άπαντα τής προσηκούσης τετύχήκεν εξετάσεως, άχρις ού ή τω απάντων έφόρω Θεώ άρέσκουσα γνώμη πρός τήν τής ένότητος' συμφωνίαν είς φώς προήχθη.

"Eνθα καί περί τής του Πάσχα άγιωτάτης ημέρας γενομένης ζητήσεως, έδοξε κοινή γνώμη καλώς έχειν επί μιάς ημέρας πάντας τους απανταχού επιτελείν. Προς τούτοις: κακείνο παρέστί" συνοράν, ώς έν τήλικούτω πράγματι και τοιαύτης θρησκείας εορτή διαφωνίαν υπάρχει άθέμιτον...

Λογισάσθω δ' ή της υμετέρας όσιότητος άγχίνοια, όπως έστί δεινόν τε και άπρεπες κατά τάς αύτάς ημέρας έτερους μέν νηστείαις σχολάζειν, έτερους δέ συμ­πόσια συντελείν, και μετά τάς του Πάσχα ημέρας άλλους μέν έν έορταίς και άνέσεσιν εξετάζεσθαι, άλλους δέ ταις ώρισμέναις έκδεδόσθαι νηστείαις... «Ινα δή τό κεφαλαιοδέστερον συντόμως ειπώ, κοινή πάντων ήρεσε κρίσει τήν άγιωτάτην του Πάσχα έορτήν μια Κάι τη αύτη ήμερα συντελείσθαι...».

Επειδή δ' ώς ευσεβής και ευ­λαβής ο Μ. Κωνσταντίνος δέν θά έθεώρει ευσεβές «νά πηγαίνη μπρός και πίσω» ή νά «έορτάζη δις» τάς αύτάς έόρτάς (ώς συνέβη προ τίνων ετών μέ άνώτατον εκκλησιαστικών άρχηγόν, όστις, ένώ· έώρτασεν ήδη τά Χριστούγεννα εις τήν Έκκλησίαν του, έλθών εις τήν Ιερουσαλήμ.

Έν τω μεταξύ διά νά προσκύνηση τόν έωσφόρον της Δύσεως, χωρίς έντροπήν έώρτασεν αύθις τά Χριστούγεννα, ό­περ και μέ πολλούς άλλους Μητροπολίτας της Ελλάδος συμβαίνει πολλάκις, ένώ δέν επιτρέπεται νά έορτάζωνται  αι αύται έορταί δις εντός του αύτού έτους, έγραφεν έν συνεχεία της ώς άνω επιστο­λής: 

«.."Ινα έπειδάν προς τήν πάλαι μοι ποθουμένην της υμετέρας διαθέσεως όψιν άφίκωμαι, έν μια και τή αύτη ήμερα τήν άγίαν μεθ' υμών έορτήν έπιτελέσαι δυνηθώ και πάντων ένεκεν μεθ' υμών ευδο­κήσω, συνόρων τήν διαβολικήν ωμότητα ύπό της θείας δυνάμεως διά των ημετέρων πράξεων άνηρημένην, άκμαζούσης πανταχού της ημετέρας πίστεως και ειρήνης και ομονοίας..» (Εύσεβ. Καισ. Κωνστ. Γ'. 17 - 20) ..

Τήν δι' ενότητα και συμφωνίαν ένέργειαν έκείνην, εί και θεάρέστον και θεοβούλητον, δέν έπέβαλεν ό αυτοκράτωρ εκείνος ή τις. Επίσκοπος μονομερώς και αύταρχικώς άνευ της κοινής γνώμης α­πάντων. 

Οί εκείνων τούς τόπους κατασχόντες, άλλ' ού τήν πίστιν-και τήν εύλάβειαν έχοντες, ένόμισαν ότι πλείον εκείνων δικαίωμα, κέκτηνται νά νομοθετούν και μεταρρυθμίζουν ουχί πρός οίκοδομήν· άλλά είς καθαίρεσιν, όχι δι' όμόνοιαν και συμφωνίαν και σωτηρίαν των ψυχών, άλλά διά διαίρεσιν και καταστροφήν της ύπαρχούσης ομοφωνίας και κατάθλιψιν τών ψυχών.

Ή «διαβολική ώμότης», πε­ρί ής κάμνει λόγον ανωτέρω ο Μ. Κωνσταντίνος, έσχε δυστυχώς, όργανα, δι.' ών λυπεί και ζημιοί τήν Έκκλησίαν. 

Ο ΜΕΤΑΞΑΚΗΣ ΤΟ «ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΝ» ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ ΤΟΥ 1923. 
Άφ΄ ότου ό είς τεσσάρας θρόνους αναρριχηθείς, έπιδιώξας και πέμπτον Μ. Μεταξάκης παρανόμως έπέβη του θρόνου Κωνσταντινουπόλεως, έξεκολάφθησαν και διωχετεύθησαν τά σκάνδαλα τά και σήμερον ταλαιπωρούντα και ζημιούντα τήν Έκκλησίαν, εύρίσκοντα ύποδοχήν εις υπερθεματίζοντας ρηξικέλευθους εγκεφάλους, οίτινες τόν ύπερηκόντισαν εις άσέβειαν.

Τόν χαρακτηρισμόν του άνθρωπου τούτου ίδού πώς παρέθεσε τό θρησκευτικόν περιοδικόν «ΖΩΗ» τότε, έν τή νεκρολογία του, λέγον μεταξύ άλλων:«..Ένοχλούμενος από τήν συντηρητικότητα, έξεδήλωσεν ελευθέρους τάσεις, αίτινες πολλάκις ένεφανίζοντο ασυγκράτητοι, μολονότι - διά νά χρησιμοποιήσωμεν ίδικήν του φράσιν - «τά πολλά σκοντάμματα τόν ήνάγκαζον νά μετριάζη» ταύτας.

Έν τούτοις και πάλιν δέν έδυσκολεύετο νά προσαρμόζη ή τουλάχιστον ν' αποπειράται τήν προσαρμογήν Εκκλησίας και εκκλησιαστικών πραγμάτων είς τήν σκοπιμότητα και τάς απαιτήσεις της εποχής...

Πολυπράγμων τών πρωτοβουλιών αρχηγός και τών απραγματοποίητων σχεδίων εφευρέτης και σχεδιαστής έστρεφε τήν όρμήν του, οσάκις δέν είχεν άλλο πεδίον εργώδους δράσεως, πρός τούς εκκλησιαστικούς θεσμούς, επιζητών νά δίδη διέξοδον είς τήν άνήσυχον προτοβουλίαν του διά μεταβολών έν τή εξωτερική ζωή  τής Εκκλησίας..»  ΖΩΗ»,  ετος ΚΕ'.  άρ. 1199).

Πώς ένήργουν οί Πατέρες και πώς ένήργησεν ο Μεταξάκης! Μεταξύ τών εκκλησιαστικών θεσμών, τών οποίων τήν μετατροπήν έθεσεν ώς στόχον, διά νά «δίδη διέξοδον είς τήν άνήσυχον πρωτοβουλίαν του», ήτο τό Έορτολόγιον τής Όρθοδοξίας, άλλά δέν ήτο ο μόνος, ώς θά ίδωμεν, άλλ' απλώς ό πρώτος και κυριώτερος, ο «μοναδικός κατά τήν τόλμην Πατριάρχης». 

Αί Ορθόδοξοι Έκκλησίαι όμως ή δέν απήντησαν ή δέν άπεδέχθησαν τήν πρόσκλησίν του διά τό «συνέδριον».  Συμφώνως πρός τά Πρακτικά του συνεδρίου τούτο«Δέν ηθέλησαν νά συμμετάσχωσι  του Πανορθοδόξου  τούτου συν­εδρίου αί Έκκλησίαι Ιεροσολύμων, "Αλεξανδρείας καί Αντιοχείας.

Αι μέν δύο πρώται καί διότι δέν ανεγνώρισαν τόν καλούντα τό συν­έδριον ώς κανονικώς κατέχοντα τόν οίκουμενικόν θρόνον, ή δέ τρί­τη διότι πάντως δέν έθεώρησεν όπως καί αί δύο άλλαι, συμφέρουσαν είς τήν Έκκλησίαν τήν μελετωμένην διαρρύθμισιν τών εκκλη­σιαστικών πραγμάτων». 

Αί 4 μόναι Έκκλησίαι, αίτινες, κατά τά αυτά Πρακτικά, απλώς «έλαβον ύπ' όψει» τήν έπιστολήν του, δέν απέστειλαν ιδικούς των αντιπροσώπους, άλλ' ώρισαν ξένους καί δή έκ τών υποκειμένων είς τόν ίδιον τόν καλούντα τό συνέδριον ή ακα­τάλληλους. 

Ή τής Κύπρου τόν Νικαίας Βασίλειον, ή τής Ελλάδος τόν Δυρραχίου Ίάκωβον, ή τής Σερβίας τόν Μαυροβουνίου Γαβριήλ καί ή τής Ρουμανίας ίνα άρχιμανδρίτην. Τά δέ «σπουδαία» θέματα, έφ' ών. είς 10 συνεδρίας άπό 10 Μαίου μέχρι 8 Ιουνίου 1923 ήσχο-λήθη καί έλαβεν «αποφάσεις», είναι:

α'.)Ή μετακίνησις του "Εορ­τολογίου καί ο ταυτισμός του μέ τό κοσμικόν ήμερολόνιον τής Δύ­σεως,

β'.)Ό γάμος τών ιερωμένων μετά τήν χειροτονίαν.

γ'.)Α­ποβολή του ράσου, κόμης καί γενείων τών κληρικών,

δ'.)Νέος ο­ρισμός έτους ηλικίας διά τήν χειροτονίαν διακόνου, ιερέως, επισκό­που,

ε'.)Ορισμός έτους ηλικίας διά τήν μοναχικήν κατάταξιν.

ζ'.) Ζήτημα μειώσεως ή καταργήσεως νηστειών καί Τ. Ακολου­θιών,

η'.)Ζήτημα μειώσεως τών βαθμών συγγενείας διά τόν γάμον καί αυξήσεως λόγων διαζυγίου, κ.λ.π

΄Ώς επίλογος δέ τούτων όλων, γράφεται έν τέλει το γελώδες: «Έκ τών εκκλησιών ενέκρινε τάς αποφάσεις του Πανορθοδόξου συνεδρίου ή εκκλησία Κων/πόλεως. 

Αί λοιπαί, πρός τάς οποίας καί άνεκοινώθησαν αί αποφάσεις, ή δέν απήντησαν εισέτι, ή άπάντήσασαι είς τήν Μ. Έκκλησίαν έδήλωσαν, ότι δέν θεωρούσι τόν χρόνον τούτον εκείνον κατά τόν ό­ποιον πρέπει νά τεθώσιν είς έφαρμογήν αί αποφάσεις αύται».

Πρός σχηματισμόν κάποιας. ιδέας περί του πώς έσκέπτοντο καί υπό ποίου πνεύματος ένεφορούντο οί σύνεδροι του κατασκευάσματος τούτου, μεταφέρονται, είλημμένα έκ τών Πρακτικών του, μικρά τε­μάχια τών ομιλιών, συζητήσεων καί προσφωνήσεων των:

Ένώ είς τήν έπιστολήν, τήν οποίαν ό Μεταξάκης έστειλε πρός τάς Εκ­κλησίας λέγει ότι υπάρχουν «εκκλησιαστικά ζητήματα, μή άλλως διευθετηθήναι δυνάμενα εί μή έξ αποφάσεως κοινής τής όλης Όρθοδόξου Εκκλησίας».

Περαιτέρω λέγεται είς τάς συνεδρίας ότι «ή αποδοχή τών ένταύθα άποφασισθέντων υπό τών Συνόδων τών κατά μέρος Εκκλησιών όλων ή τουλάχιστον τής πλειοψηφίας τών μετασχουσών του Πανορθοδόξου συνεδρίου δι' ειδικών αντιπροσώπων δύναται νά θεωρηθή επαρκής, όπως και έγκυρος άπόφασις τής όλης Όρθοδοξίας»(!).

Ένώ αναφέρει λεπτομερώς, τούς Κανόνας, οίτινες  αλλότριους κρίνουσι τής Εκκλησίας τούς τολμώντας παραλύειν τόν ορον τής Α'. Οικουμενικής Συνόδου περί τής εορτής του Πάσχα, δικολαβικώς καταλήγουν ότι οί Κανόνες έχουν μικράν, σημασίαν ή έχουν άπρακτήσει καί ότι «δύναται ή Εκκλησία ν' άδιαφορήση» περί τής πανσελήνου ή περί του Ιουδαϊκού Πάσχα κ.λ.π.  

Ένώ παραδέχεται ότι «τό άτοπον του εορτασμού το Πάσχα έν μηνί Μαΐω θά συγχύζη τήν συνείδησιν του Όρθοδόξου λαού» καί ότι «θά ήδύνατο νά πρόκυψη βλάβη έκ τής μεταβολής του Πασχαλίου καί του συνταυτισμού τών Όρθοδόξων μεγάλων - εορτών πρός τάς τής Δύσεως διά τής εκμεταλλεύσεως του πράγματος ύπό γνωστών προπαγανδιστικών κύκλων», όμως δέν εμποδίζεται άπό του νά προκαλέση τήν σύγχυσιν καί τήν βλάβην ταύτην.

Ένώ αναφέρει ρητώς τούς Κανόνας ύφ' ών απαγορεύεται ό μετά τήν χειροτονίαν γάμος, δέν διστάζει νά καταλήγη ότι «αί έπί μέρους έκκλησίαι θά ήδύναντο νά άπομακρύνωνται άπό τής αύστηράς τηρήσεως τών κανονικών διατάξεων έν τω ζητήματι του γάμου τών χηρευόντων ιερέων». 

 «Τά μυστήρια, λέγει, γάμου καί ιερωσύνης άπό τε δογματικής καί μυστηριακής άπόψεως εξεταζόμενα δέν άποκλείουσιν άλληλα» καί «δέχεται ότι δέν υφίσταται  λόγος δογματικός μονίμου προτεραιότητος μεταξύ μυστήριον γάμου καί ίερωσύνης.

Καί συνεπώς θεωρεί κατ' αρχήν επιτρεπόμενον τόν γάμον τών ίερέων καί διακόνων μετά τήν χειροτονίαν» ότι «ή μέχρι τούδε κρατούσα σχετική πράξις επιδέχεται τροποποίησιν», «ότι ή έκπαλαι καί υπέρ εαυτής κανονικάς διατάξεις έχουσα σχετική πράξις τής ημετέρας Εκκλησίας δέν έχει άθικτον την κυριότητα καί τό κύρος άναλλοίωτον.» κλπ. κλπ.  

Αληθής είναι αί έπί του θέματος τούτου «σπουδαίαι» γνωματεύσεις τών λογιωτάτων συνέδρων, ών τίνες ολίγον απέχουν του αισχρού καί εξοργίζεται κανείς καί απορεί άν αυτοί οί άνθρωπου ήσαν αρχιερείς ώρκισθέντες νά φυλάξουν τήν παρακαταθήκην, τούτοις ένεπιστεύθη. Λέγει ό Νικαίας Βασίλειος, όστις έγινε 'μετά ταύτα Οίκουμ. Πατριάρχης ήτο δέ μέγας μασώνος:
  
«Καίτοι φρονώ, ότι περί τών κωλυμάτων του γάμου αρμόζει ομόφωνος γνώμη είς πάσας τάς Όρθ. Εκκλησίας, έν τούτοις αναγνωρίζω, ότι αί κατά τόπους άνάγκαι δύνανται νά παρουσιάζωσί διαφοράς»... «ή Εκκλησία διαφωνεί πρός πάσαν πίεσιν καί ύποδούλωσιν τής ηθικής καί λογικής ελευθερίας παντός λογικού άνθρωπου....

Ό άνθρωπος ύπείκων ενίοτε είς ανθρωπίνους αδυναμίας αδικαιολόγητους, απαιτήσεις καί είς νόμους ανθρωπίνους, δέν υπόκειται πάντως εκουσίως είς τάς ολέθριους συνεπείας μιας βεβιασμένης αναιρέσεως Ιερών νόμων τής φύσεως, μιας ενόχου ένοχοποιήσεως ελευθέρων καί λογικών ανθρώπων...

Έξ αρχής κηρύττω, ότι δέν, πτοούμαι, ύπό τής ύλης καί τής ιλύος, πραγμάτων παροδικών, άλλά τιμώ καί γεραίρω νόμους φυσικούς καί συνεπώς θείους, τούς περί του γάμου νόμους.....Ό από­στολος αποτρέπει άπό πάσης άσυστάτου καινοτομίας ηθικής, τεινούσης είς άλογους στερήσεις...

Άλλ' έν τω μεταξύ τά πλήθη τών μοναχών έπολλαπλασιάζοντο καί έξετραχύνοντο.... Αυτοί δέ ήσαν οί άπηνέστεροι διώκται του μεγίστου τών Πατριαρχών τής Κωνσταν­τινουπόλεως του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου... 

Δυστυχώς καί ή αυστηρότερα αυτή άπόφασις τής Εκκλησίας περί απαγορεύσεως του γάμου είς τούς επισκόπους, τή έπιμόνω συμπράξει τής Πολι­τείας προϋξένησε πολλάς είς τήν Έκκλησίαν ζημίας...».

ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΘΕΣΜΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΚ ΤΗΣ «ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΣ» ΤΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ. 

"Ολαι, βεβαίως, αί ύπ' εκείνου εφευρεθείσαι καινοτομίαι συνέργησαν τά μέγιστα είς τήν διάβρωσιν του θρησκευτικού αισθή­ματος έν τω πληρώματι τής Εκκλησίας.

Όμως ή πρώτη καί κυριωτέρα, ή ταύτισις του Εορτολογίου τής Ορθοδοξίας μέ τό κοσμικόν ήμερολόγιον τής Δύσεως (κατά τό όποίον, σημειωτέον, ουδείς λα­ός τής γής τελεί τάς έορτάς του πλήν του παπισμού καί του πονη­ρού γεννήματος του, του προτεσταντισμού). 

Πλήν τών παρανομιών καί άθετήσεως θεσμών τής Εκκλησίας, τών   οποίων έγένετο πρό­ξενος, κατέστρεψε τήν άπό 16 αιώνων έν τή ένότητι καί ομοφωνία χαράν καί τό καύχημα καί τήν σωτηρίαν τών πιστών.

Ένώ, έν τού­τοις, βεβαιούνται είς τά Πρακτικά του συνεδρίου του ότι, διά τής πε­ρί τό Πάσχα διαφωνίας «έγεννάτο έν τοις κόλποις τής Εκκλησίας φαινόμενον ήκιστα εύφρόσυνον καί έν ώ χρόνω έπένθουν άλλοι καί ένήστευον έν τω αύτώ χρόνω έπανηγύριζον έτεροι χαρμοσύνως...».  

Ένώ ταύτα ομολογεί καί λέγει, ότι «εξαίρεται ύπό τών ιστορικών ή σπουδή, ήν, τής κοινής ομοφωνίας καί ομονοίας χάριν, έπιδείξατο ό Μ. Κωνσταντίνος πρός διακανόνισιν καί τούτου του ζητή­ματος...»Τόν Θεόν ού φοβείται καί άνθρωπον ούκ έντρέπεται νά καταστρέψη αυτός τήν «ομοφωνίαν καί όμόνοιαν» μέ μίαν χιμαιρικήν δολίαν καί ύστερόβουλον πρόφασιν περί του:«έφέτου καί ευκταίου ταυτοχρόνου παρά πάντων, εί δυνατόν, τών χριστιανών συνεορτασμού τών μεγάλων καί κοσμοσωτηρίων τής ημετέρας πίστεως γεγο­νότων». 

Ένδιεφέρετο περί «συνεορτασμού» ύπό πασών τών πανσπερμιών τών αιρετικών, ένώ ήδιαφόρει διά τήν διάρρηξιν του συνεορτασμού όλων τών ορθοδόξων. Περί του πώς έφρόνει διά τό κύρος καί τήν τήρησιν των παραδοθέντων θεσμών της Εκκλησίας έδείχθη, ώς ανωτέρω, κατά τήν διάρκειαν των «εργασιών» του συνεδρίου του, έγράφη και είς τήν ίστορίαν έν τη νεκρολογία του. 

Καθόλου, λοιπόν, δύσκολον νά έννοηθή πώς... κατώρθωσεν ελαφρά τη συνειδήσει, νά θέση υπό τά παλαιά του υποδήματα και «δεκάρα νά μή δίνη» διά τήν έκ της επεμβάσεως είς τό Έορτολόγιον άθέτησιν σεβαστών θεσμών της. Εκκλησίας, ών κυριώτεροι: 

Ή κατάργησις της νηστείας τών Αγίων Αποστόλων εστί μεν ότε ολική πάντοτε δέ κατά 13 ημέρας. Ή μετάθεσις της εορτής του αγίου Γεωργίου εστίν ότε και 15 ημέρας, διότι προ του Πάσχα συμπίπτουσα, δεν δύναται νά ψαλή, ώς συνυφασμένη μετά τής Αναστάσιμου Ακολουθίας.

Ή διασάλευσις και σύγχυσις τών Τυπικών διατάξεων τών Ί. Ακολουθιών, ούτως ώστε νά δημιουργώνται καταστάσεις οποίας δέν προβλέπει ή ανέκαθεν τάξις τής Εκκλησίας, οί άνθρωποι της ευρίσκονται εκάστοτε, είς άμηχανίαν περί του πρακτέου και έντείνηται έτι περαιτέρω ή ασυμφωνία, τών μέν λεγόντων ούτως, παρέκει δέ άλλως.

Ή καθ' όλον τό 'έτος διατάραξις τής έκ του Πάσχα αρχομένης τάξεως και ή σύγχυσις έκ του γεγονότος ότι έκαινοτομήθη τό Έορτολόγιον, του Πασχαλίου, μεθ' ου τούτο είναι συνδεδεμένον, μείναντος είς τά αρχαία όρια. Ή καταπάτησις τών επί του θέματος τούτου προηγουμένων ευσεβών καί δι έπιτιμίων περιφραχθεισών αποφάσεων τής Εκκλησίας κ.λ.π.

Περί του πώς υπελήπτετο τό περί κοινής συμφωνίας φρόνημα, τής Εκκλησίας και πόσον «έξετίμα» τα Ελληνικών Γένος ό Μεταξάκης, χαρακτηριστικών, είναι   και τό άκόλουθον επεισόδιον, μη γνωστόν είς πολλούς, λαβόν χώραν μεταξύ αύτού και κάποιου Ιεράρχου είς Κηφισσιάν τω 1924.

Διά τών «σοφών» καί ρηξικέλευθων συμβουλών του Μεταξάκη, όντος Μητρ.Κιτίου, άπό όπου ούτος ήρχισε τήν «σπουδαίαν» σταδιοδρομίαν του, προς τήν είς τήν έπαρχίαν του Μονήν   Σταυροβουνίου, έχρεωκόπησεν αυτή μέχρι τού χείλους τής καταστροφής. 

Πρός σωτηρίαν της, μεταξύ άλλων, ύπήγεν ό γέροντας, μου είς τήν Άμερικήν (1922 - 1924) , όπου μέ τήν άρετήν καί υπομονήν του διεξήγαγεν   επιτυχή έρανον, επιστρέφων δέ διήλθεν εξ Αθηνών.

Ό Μεταξάκης τότε, αφού έν τω μεταξύ άλληλοδιαδόχως καί παρανόμως άνερριχήθη είς τούς θρόνους Αθηνών καί Κωνσταντινουπόλεως, έκδιωχθείς κακήν κακώς εκείθεν, διέτριβεν "είς Κηφισσιάν, όπου τον έπεσκέφθη ό γέροντας μου κατά τήν εξ Αμερικής έπιστροφήν.

Μετά τά μεταξύ αυτών διαμειφθέντα συνήθη, έξέφρασεν ο γέροντας μου τούς φόβους του ώς πρόν τήν προσφάτως τότε γενομένην «μεταρρύθμισιν» του 'Εορτολογίου:

«Παναγιώτατε, δέν νομίζετε ότι αυτή ή μεταβολή του ημερολογίου έπρεπε νά μελετηθή καλώς μέ τόν καιρόν καί μέ τήν ήσυχίαν, όπως κάμνει πάντοτε ή Εκκλησία; Μήπως αυτή ή άπότομος άπόφασις σκανδαλίση τούς χριστιανούς καί βλάψη τήν Έκκλησίαν;» Ό δέ Μεταξάκης Ιδού πώς απήντησε:

«Βρέ αδελφέ αυτοί οι Ρωμηοί δέν είναι άνθρωποι νά τελειώσουν ένα ζήτημα καί νά εκδώσουν μίαν άπόφασιν' μίαν ύπόθεσιν θά τήν κοσκινίζουν καί θά τήν-αναβάλλουν καί δέν θά τελειώνη ποτέ. Έτσι τούς χρειάζεται και μόνον μέ τό τσεκούρι τελειώνει ένα ζήτημα»."Ας κρίνη κάθε πιστός άν είναι κατά Θεόν καί άν αποκτούν νομιμότητα τοιαύται ενέργειαι καί αποφάσεις, ούτως ώστε ν' αποτελέσουν μόνιμον καθεστώς τής Εκκλησίας.

Έπεμείναμεν εις τό έξ αρχής κακόν τής αντικανονικής καί παρανόμου έορτολογικής μεταρρυθμίσεως καί τήν σκιαγράφησιν του πρωτεργατου της, διά νά ένθυμηθώμεν άφ' ενός ότι ενός κακού δοθέντος μυρία έπονται καί ότι κάτι τό παράνομον δεν προσκτάται διά τής αδιαφορίας τήν νομιμότητα, όπως: 

δέν είναι δυνατόν νά γίνη ορθός, ένας λογαριασμός, τόν  οποίον ό καταχραστής έπλαστογράφησε, μέ τό νά περάσουν πολλά έτη καί άφ' έτερου ότι όλα τά κακά πού μαστίζουν τήν Έκκλησίαν έξ αυτού έλαβον τήν αρχήν, όπερ συμφέρει είς τήν άντιμετώπισίν των.

Τό ότι έκ συναρπαγής ή αδιαφορίας ή άλλης αφορμής μία καινοτομία έσχεν εν τή διανοία. πολλών άλλων τής ής έδει σημασίαν, έδωσεν ώθησιν είς τόν κατήφορον έφευρισκομένων όσημέραι καινοτομιών, αί οποίαι φέρουν είς τόν καιάδα τής πλήρους απιστίας. 

ΝΕΟΕΦΕΥΡΕΘΕΙΣΑΙ  ΠΡΟΦΑΣΕΙΣ:Επειδή διά λόγους, τών οποίων ή διερεύνησις δέν είναι του παρόντος, έπί πολλών χρόνων έκράτησε μία κατάστασις, ή οποία, εντούτοις, ύπ' ούδενός κρίνεται κανονική καί θεάρεστος, επιχειρείται έκ τών υστέρων δικαιολόγησίς της δι' επιχειρημάτων πού κάθε άλλο παρά σοβαρά, εκκλησιαστικά καί αρμόζοντα είς τό θέμα δύνανται νά χαρακτηρισθούν.

"Όταν προέβαινεν εις τήν καινοτομίαν ο πρωτεργάτης της, έκαμνεν, ως έλεγε, τούτο, «διά τήν έπικράτησιν ενός καί μόνου ημερολογίου ον τε τοις κοσμικοίς καί τοις θρησκευτικοίς... άλλα καί πρός εξυπηρέτησιν εν γε τούτω τω μέρει τής παγχριστιανικής ένότητος».

Οί θεσμοί τής Όρθοδοξίας καί ή ένότης τών Όρθοδόξων τίθενται είς δευτέραν μοίραν χάριν κοσμικών καί χιμαιρικών επιδιώξεων.

Βραδύτερον, ύπό τών κατ' ανάγκην συνεχιστών τής παρανομίας, έφευρέθησαν, ελλείψει εκκλησιαστικών ή καν ευπρόσωπων επιχειρημάτων, άλλα, πού όχι μόνον δέν είναι απάντησις είς τό θέμα της κανονικότατος καί τής τηρήσεως τών ορθοδόξων θεσμών, άλλ' υπεκφυγή και παραπλάνησις, άλλά καί όλως ανιστόρητα καί ανακριβή αυτά καθ' έαυτά.

Έγινε, λέγουν, ή μεταρρύθμισις «χάριν τής αστρονομικής ακριβείας». Πολύ αδαείς ή πολύ ύποκριταί είναι όσοι πιστεύουν ότι τώρα είς τούς καιρούς τούτους άνεκαλύφθη ή ανακρίβεια ή δτι τό νέον ήμερολόγιον αποτελεί άκρον άωτον αστρονομικής ακριβείας.

Ή διαφορά ήτο γνωστή από του έβδομου αιώνος, είς ουδέν δέ έβλαψε τήν  Έκκλησίαν. Έγιναν καί άλλοτε εισηγήσεις, πάντοτε ύπό ξένων προς τήν Όρθοδοξίαν ανθρώπων, διά μεταρρύθμισιν επί αύτοκράτορος Ανδρόνικου του Παλαιολόγου, τών Πατριαρχών Ιερεμίου Β', "Ιωακείμ Γ' κ.λ.π. 

Δέν ένόμισαν όμως οί άοίδιμοι  εκείνοι  Πατέρες  συμφέρουσαν είς τήν Έκκλησίαν τήν άθέτησιν τών πατροπαράδοτων θεσμών καί τήν δημιουργίαν. συγχύσεως καί σκανδαλισμού τών πιστών διά τής επεμβάσεως είς τήν κληρονομηθείσαν παράδοσιν, τής οποίας ή συνέχισις είς ουδέν έβλαπτε.

Τοσούτω μάλλον άφού, ένώ τό προτεινόμενον δέν άπετέλει λύσιν καλυτέραν ή οριστικήν, άφ' ετέρου προετείνετο. ύπό έχθρικώς διακειμένων έναντι τής Όρθοδοξίας, οί όποίοι, καθώς γράφει ή ιστορία, «διά του νέου ημερολογίου έπεδίωκον νά παραπλανήσουν τούς ορθοδόξους».

Ό ισχυρισμός δέ ότι τό νέον ήμερολόγιον είναι ακριβές, άν δέν είναι αποτέλεσμα αγνοίας είναι έξωτερίκευσις υποκρισίας ή στρουθοκαμηλικής απόπειρας καταπαύσεως τής συνειδήσεως.

Διά νά δεικνύεται ή μικρότης του ανθρώπου έναντι του Δημιουργού, επί τόσους αιώνας είς έν θέμα ώς τό τής μετρήσεως του χρόνου, πού φαινομενικώς νομίζεται τόσω άπλούν, δέν ευρέθη λύσις, ουδέν έκ τών έφευρεθέντων μέχρι σήμερον ημερολογίων είναι ακριβές. Καί τό νέον ήμερολόγιον είναι εσφαλμένοι καί μετ' ολίγας δεκαετίας θά χρειασθή ν' άνανεωθή.

Πρός τί, λοιπόν, ή υπερήφανος καί ματαιόδοξος πεισματική επιμονή υπέρ καινοτομίας, ήτις, ένώ φέρει κακόν, δέν δικαιούται νά καυχάται ότι έφερε διόρθωσιν; Ίσως έρωτήση τις: «καί πρέπει νά είμεθα έν γνώσει δούλοι μιας ανακρίβειας;» καί απαντάται" πρώτον μέν, μήπως τό. νέον ήμερολόγιον είναι ακριβές;

Ή μήπως εκείνοι πού τό «μετερρύθμισαν» έκαμαν τούτο χάριν τής αστρονομικής ακριβείας; ή μάλλον χάριν του δυτικοπλήκτου κοσμικού φρονήματος; άφ' ετέρου δέ λέγομεν ότι είμεθα δούλοι τής συμφωνίας καί τής εύλαβούς τηρήσεως τών πατροπαράδοτων θεσμών μας, τών οποίων τήν άθέτησιν ουδέν δικαιολογεί. Δέν είμεθα δούλοι των ημερολογίων καί τής μετρήσεως του χρόνου (άν είναι κάποιοι πού παρατηρούν άκρίβειαν χρόνου, είναι ακριβώς οί εύκολοι «μεταρρυθμισταί»).

Ζηλοτυπούμεν όμως υπέρ τής ομοφωνίας  τής  Εκκλησίας μας καί τής ανόθευτου διατηρήσεως τής κληρονομιάς τών πατέρων μας. Τό Ίουλιανόν ήμερολόγιον, αυτό καθ' εαυτό, ώς μέτρον υπολογισμού τοϋ χρόνου, είναι άδιάφορον ώς πρός τήν εύσέβειαν, καθ" ον τρόπον καί ή σανίς τής εικόνος προτού ζωγραφισθή είναι άπλή. σανίς.

Καθώς, όμως, άφού έπί τής σανίδος ζωγραφισθή ή είκών του Κυρίου, ή καταπάτησίς της είναι άσεβης, ούτω καί έπί του Ιουλιανού ημερολογίου, έφ' δσον κατ' αυτό έρρυθμίσθη τό Έορτολόγιον τής Όρθοδοξίας, δέν δικαιούται o καθείς ν' άσχημονή επ' αύτού καί τό μετατρέπη είς βάρος καί ερήμην αυτής τής Όρθοδοξίας. 

Πιστεύομεν άκραδάντως ότι, έάν κατά τόν πατροπαράδοτον τρόπον συνήρχετο επί τό αυτό ή όλη Εκκλησία, είς τήν οποίαν συνέλευσιν δέν χωρεί ή κρυφία εμπάθεια καί οί σκοτεινοί λογισμοί του καθ' ενός, άλλά διά του στόματος τών ευσεβών αποφαίνεται τό άγιον Πνεύμα καί διά τής ομοφώνου πάντων τών Όρθοδόξων γνώμης, άποκαλύπτεται τό θέλημα του Θεού, δέν θά έπετρέπετο ή είσχώρησις τής ασυμφωνίας καί του κακού.

Αλλά θεάρεστος καί κατά πάντα συμφέρων είς τήν Έκκλησίαν διακανονισμός θά έγίνετο. Αντί τούτου, ό «ανήσυχων πρωτοβουλιών» Μεταξάκης, γνωρίζων, ότι συγκρότησις Συνόδου καί συζήτησις τών απ' αύτού άνακαλυφθέντων - προταθέντων θεμάτων ήτο όχι μόνον περιττή.

Αλλά καί επιζήμια, ώς προεδηλώθη αύτώ ύπό τών Εκκλησιών καί ότι αύται δέν θά συνεφώνουν μετ' αύτού, είδομεν πώς ενήργησε, μετατρέψας εαυτόν είς πάπαν, άνώτερον τών Οικουμενικών Συνόδων. 

ΤΗΡΗΣΙΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΔΟΘΕΝΤΩΝ-ΕΝΟΤΗΣ.
Επανειλημμένως έτονίσθη έν τοις προτέροις ότι λάθος τρομερόν είναι νά νομίζεται ότι οί ταχθέντες ώς φύλακες τής παρακαταθήκης τής πίστεως αποκτούν καί τό δικαίωμα νά διαθέτουν αυτήν κατά βούλησιν. 

Ουδέποτε καί ύπ' ούδενός εδόθη τοιούτο δικαίωμα, τό όποιον ανήκει είς τήν ολότητα ουχί δέ είς τάς μονάδας, έστω καί άνίστανται είς τήν κορυφήν τής «φυλακής», επεμβάσεως είς τά τής. πατρικής ημών κληρονομιάς, διά τήν άκίβδηλον διατήρησιν τής όποίας κάθε πιστός έχει καθήκον νά ενδιαφέρεται ζηλοτύπως καί αγωνίζεται ίσοβίως, μή επιτρέπων εις τινα έπιβουλήν κατ' αυτής.

Έάν ό Ναβουθαί δέν έδέχετο ν' άποξενωθή του πατρογονικού του επιγείου κτήματος, τό όποιον εποφθαλμιά ό ασεβής 'Αχαάβ, λέγων, «μή γένοιτο μοι παρά Θεού μου δούναι κληρονομίαν πατέρων μου σοί» (Γ'. Βασιλ. κ'. 3) καί έπροτίμησέ ν' άποθάνη αντί ν' απεμπόληση αυτήν.

Πώς θά δεχθώμεν καί άδιαφορήσωμεν καί έπιτρέψωμεν νά'σφετερισθή ό νοητός Άχαάβ καί ή Ίεζάβελ, ή σκοτεινή, κοσμική εμπάθεια καί ασέβεια τήν αίωνίαν κληρονομίαν τών πατέρων μας, τής οποίας οί τίτλοι- βεβαιούσιν ώς κτήσιν ημών όχι γήν άλλά τόν ούρανόν; 

Άπό τήν ίστορίαν της Εκκλησίας γνωρίζομεν ότι όχι μόνον τών οιωνδήποτε, άλλά καί αυτών τών μεγάλων και αγίων Πατέρων αί μεμονωμέναι γνώμαι καί αποφάσεις ύπεχώρουν καί ύπετάσσοντο είς τήν τής Εκκλησίας, ή τής Οικουμενικής Συνόδου ήτο ή αλάθητος καί τελεσίδικος καί ήκύρωνεν έστιν ότε τάς μεμονωμένας τών Πατέρων, έστω καί άν ούτοι ήσαν καί έκ τών μετασχόντων τοιούτων Συνάδουν.

Τί φοβερόν νά νομίζεται σήμερον ότι ό κάθε «αρχηγός» υποκαθιστά τήν Οίκουμενικήν Σύνοδον καί έχει έξουσίαν νά νομοθέτη καί μεταρρυθμίζη καί καινοτομή έπί θεμάτων άφορώντων είς τήν όλην Έκκλησίαν, έφ' ών ή όλη Εκκλησία, καί μόνη, μόνον αποφαίνεται.

Τούτο έγέννησεν όλας τάς αιρέσεις καί τά σχίσματα. Έν αντιθέσει προς τήν έν άγίω Πνεύματι κοινήν πίστιν όλων, ο αιρετικός αίρείται ήγουν προτιμά κάτι κατά τήν ιδικήν του γνώμην καί ίδέαν καί σχηματίζει φρόνημα ουχί διά του, αγίου Πνεύματος άλλά έκ τίνος μυστικής εμπάθειας.

Διά τής έν άγίω Πνεύματος βουλής καί αποφάσεως όλων (γνώρισμα δέ τής έν άγίω Πνεύματι ενεργείας είναι ή συμφωνία όλης τής Εκκλησίας καί τό μή λέγειν αντίθετα τών ήδη παραδοθέντων)  έκφαίνεται τό θέλημα του Θεού διά τήν σωτηρίαν τών ανθρώπων. Ό αιρετικός, ό καινοτόμος διανοίγει «ιδίαν οδόν»  στηριζόμενος  μόνον  είς τό ότι «τούτο είναι κατά τήν γνώμην του καλύτερον».

Άλλ' ή πίστις δέν ' διαμορφούται διά τής αυθαιρέτου γνώμης ατόμων, είς τήν οποίαν είναι δυνατόν νά εισχώρηση τό πνεύμα του κόσμου καί του αντίχριστου καί όχι του Χριστού, άλλ' εξηγείται καί παραδίδεται άπό γενεάς είς γενεάν, ώς αρχικώς εδόθη.

Δέν υπόχρεοι είς συμμόρφωσιν  "καί παραδοχήν ή «άπόφασις» του κάθε ενός, όταν παραγνωρίζει ή αντιτίθεται είς τό πατροπαράδοτον τής Εκκλησίας φρόνημα. Όταν μεσολαβή ό Θεός, ή ειλικρινής καί, πειστική υπέρ τής σωτηρίας τών ψυχών μέριμνα, οί πάντες πείθονται  προθύμως, ή ένότης πάντων στερεούται, ό Θεός δοξάζεται, οί λύκοι φεύγουν μακράν.

Η αυθαίρετος όμως ιδέα καί ενέργεια οιουδήποτε, καί άγγελος έξ ουρανού αν είναι, έφ' όσον γίνεται άνευ του Θεού, έστω και αν ύποκριτικώς χρησιμοποιείται τό όνομά Του, τήν ύπάρχουσαν ένωσιν διαρρηγνύει, διότι, κέντρον συνδέον έν έαυτώ πάντας είναι μόνον ό Θεός: 

και όχι οιοσδήποτε άνθρωπος" ό πιστός δεν βλέπει, όστις, εις ζητήματα πίστεως νά τόν δεσμεύη εις ύπακοήν οιουδήποτε, έπαναλαμβάνομεν πάλιν καί πολλάκις, ανθρώπου, ό όποίος δεν υπακούει και σέβεται πρώτον τόν Θεόν, διά του οποίου και περί τόν όποίον, μόνον, ή ένωσις γίνεται καί διατηρείται.

"Ας τό έννοήσωμεν καλώς ότι ένότης μόνον έν τω Θεώ και διά του Θεού δύναται να γίνη και μείνη" ένότης μέ θεμέλιον τάς ιδέας και ενεργείας ώρισμένων ανθρώπων είναι έφήμέρον έμπόριον ωφελούν μόνον τούς επιτηδείους και δεν υποχρεώνει. Διότι ημείς έχομεν τήν πίστιν μας έκ του Θεού διά τών ανθρώπων, ουχί δέ έκ τών ανθρώπων. 

Μέ κέντρον τόν Θεόν, συνδέονται οί άνθρωποι μετ' Αύτού και μεταξύ των "άν μετατοπισθή τον κέντρον είς τόν άνθρωπον, διάλυσις του δεσμού μέ τόν Θεόν και τούς ανθρώπους είναι τό έπακόλουθον, διότι τίποτε δεν υποχρεώνει τινά είς συμμόρφωσιν προς τάς αγνοούσας τον Θεόν ιδέας και γνώμας του καθ' ενός, οιοσδήποτε και άν είναι.

"Ας γίνη επιστροφή προς τό ένοποιόν κέντρον και άς παύση ή διά της βίας καταπολέμησις της συνειδήσεως και ή εκρίζωσις τών ίδεών, διότι, ως λέγει; και τό ρητόν και ή ιστορία βέβαιοι, αί ίδέαι είναι όπως τά καρφιά" όσον κτυπώνται, τόσον βαθύτερα εισέρχονται.

Έάν έφηρμόζοντο οί νόμοι και τά διατάγματα, διωκόμενοι έπρεπε νά είναι οί μέ μόνην τήν βάσιν τής βάναυσου ισχύος διώκοντες. Διότι, ώς πρός τό θέμα της έορτολογικής παραδόσεως, ισχύει τό Βασιλικόν Διάταγμα της 18 Ιανουαρίου 1924, τό οποίον διατάσσει: (έπί Βασιλέως Γεωργίου Β'.)....

Άρθρον 3):Διατηρείται έν ίσχύι τό Ίουλιανόν Ήμερολόγιον όσον άφορα έν γένει τήν Έκκλησίαν και τάς θρησκευτικάς έορτάς. ....

Άρθρον 4):Ή Εθνική Εορτή της 25ης Μαρτίου και πάσαι αί κατά τούς κείμενους νόμους εορτάσιμοι έξαιρετέαι ήμέραι ρυθμίζονται κατά τό Ίουλιανόν Ήμερολόγιον...

Ποσάκις έχουμε δει ευλαβείς προσκυνητάς νά πηγαίνουν είς τους Αγίους Τόπους διά νά εορτάσουν" λόγου χάριν τά Χριστούγεννα ή άλλας μεγάλας έορτάς, εύρον όμως «εορτάζοντας» μόνους τούς φράγκους, μή δυνάμενοι δέ ν' αναμείνουν μέχρι τών εορτών, άνεχώρουν κλαίοντες, μή έορτάσαντες παντάπασι τάς τοιαύτας έορτάς, αί οποίαι είς τάς πατρίδας των ήδη παρήλθον.

Πάς τις δύναται νά κρίνη άν είναι συμφερωτέρα ή χάριν μόνου του δυτικοπλήκτου κοσμικού φρονήματος πεισματική και αλαζονική επιμονή είς τήν πρωτοφανή και βλαβεράν αυτήν κατάστασιν. Τό ότι διά τάς κοσμικάς υποθέσεις χρησιμοποιείται τό ήμερολόγιον τών δυτικών, δεν δικαιολογεί καί τόν κατ' αυτό συμφυρμόν του Εορτολογίου τής Όρθοδοξίας.

Δεν έπαθον τίποτε αί Έκκλησίαι, τών οποίων τά μέλη χρησιμοποιούν διά μέν τάς πολιτικάς υποθέσεις τό κοσμικόν ήμερολόγιον (πολιτικόν τό ονομάζει τό ανωτέρω Βασιλικόν Διάταγμα), θρησκευτικώς δέ τηρούν τήν πατροπαράδοτον συνέχειαν.

Τούτο όχι μόνον δεν βλάπτει, άλλ' άμφιβόλως καί τονίζει τό θρησκευτικόν συναίσθημα διά τών διαχωριζόντων από του κοσμικού φρονήματος καί σχηματιζόντων ίδιαιτέραν συνείδησιν όμοίον.

Πόσω βαθυτέρα θά ήτο ή ευλάβεια όλου του Ελληνικού λαού, έάν τω έδίδετο συνεχώς ή αφορμή νά ένθυμήται ότι διά νά λατρεύση τόν Θεόν του έχει ιδικόν του τρόπον - διαχωρίζοντα αυτόν από τά του κόσμου, 'όπερ άλλοι λαοί έχουν εις καύχημα των!

Καί. αυτό τό ώς άνω περιβόητον «συνέδριον» παρέδέχετο τήν διά τήν Όρθοδοξίαν σημασία τηρήσεως ιδιαιτέρας γραμμής, λέγον είς τά Πρακτικά του:  

«Έν τω έσωτερικώ Εκκλησιαστικώ καί εθνικώ τών ορθοδόξων βίω όχι μόνον δυσκολία τις έκ τούτου (έκ τής χρήσεως δύο ημερολογίου)  δέν ύπήρχεν, άλλά τουναντίον τό διαφέρον ήμερολόγιον έχρησίμευε δι' αυτούς καί ώς τις ιδιαίτερος δεσμός, τονώνων έπί πλέον τήν ενότητα αυτών ώς ιδιαιτέρας χριστιανικής όλότητος του Πάσχα», περί εκμοντερνισμού τών κληρικών, περί συγχρονισμού του χριστιανικού καί άλλων πρωτοφανών ασεβειών.

Όλίγη παρατηρητικότης καί μελέτη τών γινομένων πείθει άδιστάκτως, ότι τά σήμερον, τερατουργούμενα είναι, συνέχεια καί συμπλήρωσις τών ύπό του Μεταξάκη αρξάμένων κακών, διά τήν φθοράν τής Εκκλησίας καί τήν βαθμιαίαν διάβρωσιν τής πίστεως τών χριστιανών. 

Οί άγιοι Πατέρες τής όλης Εκκλησίας, άμα ώς ήδυνήθησαν νά συνέλθωσιν έπί τό αυτό; αμέσως μετά τήν παύσιν τών διωγμών, διηυθέτησαν έν Πνεύματι άγίω καί πρός σωτηρίαν τών πιστών τήν άκολουθητέαν θεάρεστον τάξιν, ήτις, έκτοτε τηρείται εύλαβώς είς δόξαν Θεού.

Τώρα όψίμως κάποιαι μεμονωμέναι κεφαλαί καί τίνες βαλαντούχοι, ουδέν κοινόν έχοντες μέ τήν Όρθοδοξίαν (αρνητικώς" μάλλον καί έχθρικώς έναντι, αυτής διακείμενοι) κατά τρόπον άήθη,' ένόμισαν, ότι δύνανται να επεμβαίνουν είς τά τής Όρθοδοξίας καί ορίζουν αντίθετα τών Αγίων Πατέρων όλης τής Εκκλησίας καί «δογματίζουν» εναντίον του φρονήματος, τό όποιον οί αιώνες έδειξαν άπαραβίαστον. 

Εκείνοι οί άοίδιμοι Πατέρες, οί άξιοι του ουρανού, οι, μηδέν γήϊνον έχοντες,, φέροντες έπί τών σωμάτων των τά στίγματα του μαρτυρίου, συνήρχοντο πάντες "πανταχόθεν, παρά τάς τότε δυσκολίας, διακινήσεως καί έν φόβω Θεού, έν προσευχαίς καί νηστείαις, έξέφαινον έν κοινή, πάντων συμφωνία τήν βουλήν καί τό θέλημα Του.

Σήμερον, ότε αί σκοτειναί δυνάμεις έβαλαν τά δυνατά τών νά συμπληρώσουν τό κατά του χριστιανισμού μακροχρόνιον καί καταχθόνιον σχέδιον των, σατανικώς βλέποντες έν τούτω τήν ίδικήν των έπικράτησιν, έφευρέθησαν άλλοι πρωτοφανείς τρόποι ενεργείας, πού άν δεν έμεσολάβει τό χρήμα καί ή διάβρωσις του θρησκευτικού αισθήματος, όχι τόσον τήν όργήν όσον τήν θυμηδίαν έπρεπε νά προχωρούν είς τόν νουν παντός χριστιανού.

Μαζεύονται, λέγει, μερικοί, άδιάφορον τί είναι αυτοί καί τί Θεόν λατρεύουν, συγκροτούν «Συμπόσια Οικουμενικά» καί μεταξύ άχλαδίου  καί τυρού καί υπό τάς αναθυμιάσεις τών ήδυπότων, συζητούν σπουδαίως έπί θεμάτων, τά όποία έρρύθμισαν Οικουμενικαί Σύνοδοι καί βουλεύονται ν' ανατρέψουν τάξεις και Κανόνας, τών οποίων ή τήρησις έφυλάχθη θεαρέστως τόσους αιώνας. 

Τό άπίστευτον  θλιβερόν νά τό όνομάση τις ή φοβερόν;  ότι καταδέχονται τίνες λεγόμενοι ορθόδοξοι νά παρευρίσκονται καν είς τοιαύτα άθλια κατασκευάσματα τών ξένων, δίδει τό μέτρον τής ευαισθησίας μερικών έναντι τής ακριβούς τηρήσεως τών πατροπαράδοτων θεσμών τής Όρθοδοξίας.

Είς τά τοιαύτα «Συμπόσια», τά όποία έπευλογεί καί ό «αρχηγός» τής Όρθοδοξίας, γίνεται λόγος καί συζήτησις διά «Κοινόν Πάσχα», νά γίνη δήλ. τρόπος νά εορτάζουν συγχρόνως το Πάσχα όλοι οί λεγόμενοι «χριστιανοί».

Καί όταν τούτο συζητήται μέ ορθοδόξους, δέν νοείται πάντως, ότι οί άποσκιρτήσαντες καί εφευρόντες ιδίους τρόπους «εορτασμού» θά έλθουν είς τήν άρχικήν γραμμήν, τήν οποίαν διετήρησε μόνον ή Όρθοδοξία, άλλά μάλλον οί Όρθόδοξοι ν' άνεμπολήσουν τά πατροπαράδοτα των, διά νά προσλάβουν εφευρήματα ανθρώπων, αδιαφορούντων διά τήν εύσέβειαν. 

Τό ότι κατά τοιούτον τρόπον τολμάται καταστρατήγησις Κανόνων αιωνίου κύρους καί αίονοβίου τάξεως, είναι φοβερόν σημείον, είναι δέ βέβαιον ότι αν έγνώριζον ότι θ' άντιμετώπιζον γενικήν τήν άποδοκιμασίαν τών χριστιανών, ώς θά συνέβαινε πρό τίνων δεκαετιών, ούτε θά έπεχείρουν τήν τοιαύτην άναισχυντίαν.

'Εφ' όσον ή ήμερα έορτασμού του Πάσχα δέν εξαρτάται μόνον άπό τό ήλιοδρόμιον, άλλά καί από τό σεληνοδρόμιον, τούτο δέν είναι δυνατόν ούτε νά μονιμοποιηθή ούτε νά τροποποιηθή χωρίς νά τεθή κατά μέρος εν έκ τών δύο καί γίνη πλήρης ανατροπή τής καθεστηκυίας τάξεως. Διά τόν έορτασμόν του - Πάσχα υπάρχει ό Ορισμός τής Α' Οικουμενικής Συνόδου, ό όποιος είναι τέλειος καί επομένως άλλοίωσιν δέν χρειάζεται.

Κατά τόν όρισμόν τούτον, τό Πάσχα ούτε πρό τής ισημερίας ούτε πρό τής εαρινής πανσελήνου γίνεται, ώστε νά γίνωνται δύο Πάσχα είς έν έτος ουδέν δε είς τό άλλο, ούτε πρό του Εβραϊκού Πάσχα, όπερ παράνομον καί άνιστόρητον.

Οιαδήποτε αλλαγή καί άν γίνη, είς έκ τών  όρων τούτων δέν θά τηρήται. Όπως συμβαίνει με όλους όσοι έτσιθελικώς έφυγαν άπό τήν πορείαν τής Όρθοδοξίας. Ένώ οί Κανόνες τών άγίων Αποστόλων καί τών Οικουμενικών Συνόδων καθαιρούν καί αφορίζουν τούς εορτάζοντας τό Πάσχα πρό τής εαρινής ισημερίας ή πρό - τής α' εαρινής πανσελήνου ή πρό τών Έβραίων. 

Πώς τολμούν (καί μάλιστα κατά τοιούτον τρόπον καί τοιούτοι άνθρωποι), νά παραμερίζουν ή νά θέτουν ύπό τήν κρίσιν των ούτω οριστικούς Κανόνας καί ορισμούς Οικουμενικών Συνόδων.

Μόνον ώς έκδήλωσις πλήρους: ασεβείας δύναται νά χαρακτηρισθή καί έξηγηθή.  Ουδείς λόγος συντρέχει είς τό νά διέρχεται καν άπό τόν νουν τών χριστιανών σκέψις επεμβάσεως και ανατροπής τών θεσμών τής Όρθοδοξίας καί μάλιστα χάριν βλέψεων κοσμικών άνθρώπων."Αν οί έξω τής Εκκλησίας, θέλουν νά επιστρέψουν είς τήν νομιμότητα, νά εορτάζουν τό Πάσχα ώς έώρταζεν αυτό ανέκαθεν ή Εκκλησία, άς προσέλθουν. 

Τίνα λόγον έχομεν οί Όρθόδοξοι νά δημιουργώμεν ζητήματα καί δεχώμεθα  καν  συζήτησιν  έπί,θέματος  άνεκκλήτως  καί   θεαρέστως  ώρισμένους;   Διατί   νά  θυσιάσωμν  έστω  καί  έν  ίώτα.  θεαρέστως   θερισμένους;   Διατί   νά   θυσιάσωμεν   έστω   καί   έν   ίώτα. 

ΤΟ ΛΕΓΟΜΕΝΟΝ «ΚΟΙΝΟΝ ΠΑΣΧΑ».
Έάν μέχρι τούδε υπήρχε παραμικρά αμφιβολία είς τόν νουν τών ευλαβών τών ενδιαφερομένων διά τήν πίστιν των, ώς' πρός τάς προθέσεις τών εφευρετών τών μεταρρυθμίσεις, ώς πρός τό άν έπρεπε νά θεωρήται ή μετατροπή του Εορτολογίου τής Όρθοδοξίας.

Πράγμα άδιάφορον, ώς πρός τό ότι ήτο ενέργεια ουχί κατά Θεόν καί ότι διά κακόν τής Εκκλησίας έφευρέθη, αυτή διαλύεται όλοκληρωτικώς, νομίζομεν, διά τών ανανεωθεισών κινήσεων περί «Κοινού Πάσχα», περί εκμοντερνισμού των κληρικών, περί συγχρονισμού του χριστιανικού και άλλων πρωτοφανών ασεβειών.

Όλίγη παρατηρητικότης και μελέτη των γινομένων πείθει άδιστάκτως, ότι τά σήμερον τερατουργούμενα είναι συνέχεια και συμπλήρωσις τών υπό του Μεταξάκη άρξάμένων κακών, δια την φθοράν της Εκκλησίας και την βαθμιαίαν διάβρωσιν της πίστεως τών χριστιανών.

Οί άγιοι Πατέρες της όλης Εκκλησίας, άμα ώς ήδυνήθησαν νά συνέλθωσιν έπί τό αυτό; αμέσως μετά τήν παύσιν τών διωγμών, διηυθέτησαν έν Πνεύματι άγίω και πρός σωτηρίαν τών πιστών τήν άκολουθητέαν θεάρεστον τάξιν, ήτις, έκτοτε τηρείται εύλαβώς εις δόξαν Θεού. 

Τώρα όψίμως κάποιαι μεμονωμέναι κεφαλαί καί τίνες βαλαντοΰχοι, ουδέν κρίνον έχοντες μέ τήν Όρθοδοξίαν (αρνητικώς μάλλον καί έχθρικώς έναντι αυτής διακείμενοι) κατά τρόπον άήθη; ένόμισαν, ότι δύνανται νά επεμβαίνουν είς τά τής Όρθοδοξίας καί ορίζουν αντίθετα τών Αγίων Πατέρων όλης τής Εκκλησίας καί «δογματίζουν» εναντίον του φρονήματος, τό όποίον οί αιώνες έδειξαν άπαραβίαστον.

 Εκείνοι οί άοίδιμοι Πατέρες, οί άξιοι του ουρανού, οί μηδέν γήϊνον έχοντες, φέροντες έπί τών σωμάτων των τά στίγματα του μαρτυρίου, συνήρχοντο πάντες πανταχόθεν, παρά τάς τότε δυσκολίας, διακινήσεως καί έν φόβω θεού, έν προσευχαίς καί νηστείαις, έξέφαινον έν κοινή, πάντων συμφωνία τήν βουλήν καί τό θέλημα Του.

Σήμερον, κάποιες δυνάμεις έβαλαν τά δυνατά των νά συμπληρώσουν τό κατά του χριστιανισμού μακροχρόνιον καί καταχθόνιον σχεδίον των, εωσφορικώς βλέποντες έν τούτω τήν ίδικήν των έπικράτησιν, έφευρέθησαν άλλοι πρωτοφανείς τρόποι ενεργείας, πού, άν δεν έμεσολάβει τό χρήμα καί ή διάβρωσις του θρησκευτικού αισθήματος, όχι τόσον τήν όργήν όσον τήν θυμηδίαν, έπρεπε νά προκαλούν είς τον νουν παντός χριστιανού.

Μαζεύονται, λέγει, μερικοί, άδιάφορον τί είναι αυτοί καί τί Θεόν λατρεύουν, συγκροτούν «Συμπόσια Οικουμενικά» καί μεταξύ άχλαδίου καί τυρού καί ύπό τάς αναθυμιάσεις τών ήδυπότων, συζητούν σπουδαίως έπί θεμάτων, τά όποια έρρύθμισαν Οίκουμενικαί Σύνοδοι και βουλεύονται ν' ανατρέψουν τάξεις καί Κανόνας, τών οποίων ή τήρησις έφυλάχθη θεαρέστως τόσους αιώνας.

Τό άπίστευτον - θλιβερόν νά τό όνομάση τις ή φοβερόν; ότι καταδέχονται τίνες λεγόμενοι ορθόδοξοι νά παρευρίσκωνται καν είς τοιαύτα άθλια κατασκευάσματα τών ξένων, δίδει τό μέτρον τής ευαισθησίας μερικών έναντι τής ακριβούς τηρήσεως τών πατροπαράδοτων θεσμών τής Όρθοδοξίας.

Είς τά τοιαύτα «Συμπόσια», τά όποία έπευλογεί καί ο «αρχηγός» τής Όρθοδοξίας, γίνεται λόγος καί συζήτησις διά «Kοινόν Πάσχα», νά γίνη δηλ. τρόπος νά εορτάζουν συγχρόνως το Πάσχα όλοι οί λεγόμενοι «χριστιανοί».

Καί όταν τούτο συζητήται μέ ορθοδόξους, δέν νοείται πάντως, ότι οί άποσκιρτήσαντες καί έφευρόντες ίδιους τρόπους «εορτασμού» θά έλθουν είς την άρχικήν γραμμήν, τήν οποίαν διετήρησε μόνον ή Όρθοδοξία, άλλά μάλλον οί Ορθόδοξοι ν' άνεμπολήσουν τά πατροπαράδοτα των, διά νά προσλάβουν εφευρήματα ανθρώπων, αδιαφορούντων διά τήν ευσέβειαν. 

Τό ότι κατά τοιούτον τρόπον τολμάται καταστρατήγησις Κανόνων αιωνίου κύρους καί αιωνόβιου τάξεως, είναι φοβερόν σημείον, είναι δέ βέβαιον ότι άν έγνώριζον ότι θ' άντιμετώπιζον γενικήν τήν άποδοκιμασίαν τών χριστιανών, ώς θά συνέβαινε πρό τίνων δεκαετιών, ούτε θά έπεχείρουν τήν τοιαύτην άναισχυντίαν.

Έφ' όσον ή ήμέρα εορτασμού του Πάσχα δέν εξαρτάται μόνον άπό τό ήλιοδρόμιον, άλλά καί άπό τό σεληνοδρόμιον - τούτο δεν - είναι .δυνατόν ούτε νά μονιμοποιηθή ούτε νά τροποποιηθή χωρίς νά τεθή κατά μέρος ον έκ τών δύο καί γίνη πλήρης ανατροπή τής καθεστηκυίας τάξεως. Διά τόν έορτασμόν του Πάσχα υπάρχει ό ορισμός τής Α' Οικουμενικής Συνόδου, ό όποίος είναι τέλειος καί επομένως άλλοίωσιν δέν χρειάζεται.

Κατά τόν ορισμόν τούτον, τό Πάσχε ούτε πρό τής ισημερίας - ούτε πρό τής εαρινής πανσελήνου γίνεται, ώστε νά γίνωνται δύο Πάσχα είς εν έτος ουδέν δε - είς τό άλλο, ούτε πρό του Εβραϊκού Πάσχα, όπερ παράνομον καί άνιστόρητον. Οιαδήποτε αλλαγή καί άν γίνη, είς έκ τών  οποίων τούτων δέν θά τηρήται.

"Όπως συμβαίνει μέ όλους όσοι έτσιθελικώς έφυγαν άπό τήν πορείαν τής Όρθοδοξίας. Ένώ οί Κανόνες τών αγίων Αποστόλων καί τών Οικουμενικών Συνόδων καθαιρούν καί αφορίζουν τούς εορτάζοντας τό Πάσχα πρό τής εαρινής ισημερίας ή πρό - τής α' εαρινής πανσελήνου ή πρό τών Εβραίων.

Πώς τολμούν (καί μάλιστα κατά τοιούτον τρόπον καί τοιούτοι άνθρωποι) , νά παραμερίζουν ή νά θέτουν ύπό τήν κρίσιν των ούτω οριστικούς Κανόνας καί ορισμούς Οικουμενικών Συνόδων, μόνον ώς έκδήλωσις πλήρους: ασεβείας δύναται νά χαρακτηρισθή καί έξηγηθή.

Ουδείς λόγος συντρέχει είς τό νά διέρχεται κάν άπό τόν νουν τών χριστιανών σκέψις επεμβάσεως καί ανατροπής τών θεσμών τής Όρθοδοξίας καί μάλιστα χάριν βλέψεων κοσμικών ανθρώπων. 

"Αν οί έξω τής Εκκλησίας, θέλουν νά επιστρέψουν είς τήν νομιμότητα, νά εορτάζουν τό Πάσχα ώςέώρταζεν αυτό ανέκαθεν ή Εκκλησία, άς προσέλθουν. 

Τίνα λόγον έχομεν οί Όρθόδοξοι νά δημιουργώμεν ζητήματα καί δεχώμεθα κάν συζήτησιν έπί  θέματος  ανεκκλήτως  καί  θεαρέστως  ώρισμένους;   

Διατί  νά  θυσιάσωμεν  έστω  καί  έν  ιώτα  θεαρέστως   ώρισμένους;  

Διατί   νά   θυσιάσωμεν   έστω   καί   εν   ιώτα τών καιροσκόπων και των άσεβων;

Δέν υπήρξε τίποτε είς - τήν άπ' αιώνων πορείαν τής Ορθοδοξίας, τό όποίον νά μειώνη την δόξαν του Θεού καί έμποδίζη τήν σωτηρίαν των πιστών, ώστε νά χρειάζεται ή άναθεώρησίς του. Καί εάν εις τον νουν  τινών έβλάστησεν ή ιδέα, ότι είναι «ανάγκη» επεμβάσεως είς τούς αιωνίους θεσμούς της Όρθοδοξίας, οί όποιοι, ώς λέγει ό απόστολος Ιάκωβος, γίνονται «ουχί τηρηταί νόμου, άλλα κρίταί».

Οί τοιούτοι δέν ενδιαφέρουν τήν Όρθοδόξίαν, αύτομολήσαντές ταύτης εξ αφορμής ιδίου κρύφιου λογισμού. Σας βεβαιώ, ότι ουδέποτε και ουδείς όλων αυτών, ούτε ό μωαμεθανός ούτε ό εβραίος ούτε ό λατίνος, ό προτεστάντης, ο άρμένης, ό κόπτης ή οιοσδήποτε άλλος φρονούν ή λέγουν ν' αλλάξουν ή μεταρρυθμίσουν ή συγχρονίσουν εκείνα πού έχουν, έστω καί άν είναι εφευρήματα ανθρώπων. 

Το λέγουν όμως τούτο μερικοί λεγόμενοι ορθόδοξοι διά τά τής, Όρθοδοξίας, τά όποία νομοθετηθέντα διά συμφωνίας πάσης τής Εκκλησίας έν άγίω Πνεύματι, δέν είναι κυήματα εμπάθειας ανθρώπων, άλλ' αυτό τό θέλημα του θεού.

Άλλά καί άν ύποτεθή ότι οί έκτός τής Όρθοδοξίας λεγόμενοι χριστιανοί θά έώρταζον τό Πάσχα συγχρόνως ήμίν, ποίον τό όφελος διά τήν Όρθοδόξίαν ή δι' αυτούς; Μήπως διά τούτου θά έγίνοντο καί ορθόδοξοι είς τό φρόνημα καί τήν πίστιν; 

"Ηδη από αίώνιον «εορτάζουν» τήν ιδίαν ήμέραν μέ ημάς όχι μόνον τό Πάσχα, άλλά καί τάς ακίνητους έορτάς (κατά τό παλαιόν ήμερολόγιον) , οί Αρμένιοι, οί Κόπται, οί Άβησσυνοί κλπ. Μήπως τούτο έσμίκρυνε τό χάσμα, τό όποίον έδημιούργησον, χωρισθέντες άπό τήν Όρθοδοξίαν; 

Τό όμόχρονον καί ή όμοιότης τής λατρείας εξωτερικεύει καί προϋποθέτει τήν ομοφρόσύνην καί τήν ταυτότητα ένδιαθέτου πίστεως, ή τό άνάπαλιν; Αντίστροφα καί "πολύ ολικά βλέπουν τά πνευματικά πράγματα κάποιοι σημερινοί ρηξικέλευθοι νόες. 

"Ας μη απατώμεθα καί άς μη γινώμεθα θύματα πλάνων υποκριτών. Δέν είναι τόσω αφελείς καί ανόητοι οί ρίπτοντες τά τοιαύτα συνθήματα: και σκορπίζοντες αφειδώς τά χρήματά των.

Γνωρίζουν, ότι όσο περισσότερον καταστραφώσιν οί φραγμοί, τόσο έύκολώτερον γίνεται ή καταπάτησις καί έρήμωσις τής αμπέλου.

Γνωρίζουν, ότι διά της βαθμιαίας μειώσεως του σεβασμού πρός τό αίώνιον κύρος τών θεσμών τής Όρθοδοξίας καί διά του όσον τό δυνατόν περισσοτέρου συγχρωτισμού «τοις έθνεσι», διά τήν προαγωγήν του οποίου πάντοτε, δυστυχώς, παρουσιάζονται oι «αγορασμένοι» έκ τών ένδον, γίνεται σύν τώ χρόνο διάβρωσις του θρησκευτικού αισθήματος τών Όρθοδόξων, είς τό όποίον καί αποβλέπουν ούτοι.

Γνωρίζουν ασφαλώς, ότι οί συνειδητοί χριστιανοί δέν θα συνοδοιπορήσουν είς πραξικόπημα κατά τής πατρώας κληρονομιάς καί δτι θά διαιρέσουν ούτω περαιτέρω τήν Έκκλησίαν, έν τούτοις ενδιαφέρονται διά «Κοινόν Πάσχα» μέ τούς ουδέν άλλο κοινόν έχοντας (είς τήν πίστιν) άλλοδόξους καί αδιαφορούν, ότι δέν θά έχουν κοινόν Πάσχα μέ τούς ομόδοξους. Καί ούτως έρχόμεθα είς τήν αυτήν άφετηρίαν, άφ' ης έξεκίνησεν ο «πάντόλμος καί ανήσυχος» Μεταξάκης καί αποδεικνύονται τά σήμερον τεκταινόμενα ακριβής συνέχεια καί. συμπλήρωσις τής εκείνου ανταρσίας.

Εκείνος, έλεγε, κατά τά Πρακτικά του ώς άνω συνεδρίου του: - ή μετακίνησις γίνεται «πρός έξυπηρέτησίν έν γε τούτω τω μέρει, τής παγχριστιανικής ένότητος, πάντων των επικαλουμένων τω ονόματι Κυρίου έορταζόντων τήν αυτήν ήμέραν τήν Γέννησιν αύτού - καί τήν 'Άνάστασιν».

Καί πάλιν' επιδίωξις «δ έν τή αυτή ήμερα, εορτασμός τής Γεννήσεως καί τής Αναστάσεως του Χριστού ύπό πάντων τών είς αυτόν πιστευόντων.  Η άποκατάστασις τής ένότητος των χριστιανών τουλάχιστον έν τω σημείω τούτω». 

Καί αύθις' «τό ζήτημα περί του όσον ένεστι ακριβέστερου ή καί σταθερότερου καθορισμού καί δή περί του εφέτου καί ευκταίου ταυτοχρόνου παρά. πάντων, εί δυνατόν, τών χριστιανών συνεορτασμού τών μεγάλων καί κοσμοσωτηρίων τής ημετέρας πίστεως γεγονότων».  

«Ουδέν, λέγει, τό κωλύον τήν έκκλησίαν να άδιαφορήση κατ αρχήν καί περί αυτής τής ημέρας τής πρώτης πανσέληνου μετά τήν έαρινήν ίσημερίαν, έάν αύτη δυσχεραίνει εύκταίαν τινά άπλοποίησιν τών πραγμάτων διά μονιμοποιήσεως της, ημέρας του Πάσχα είς Κυριακήν τινα του μηνός Απριλίου...,

Ελευθέρα ή εκκλησία νά καθαρίση τάς ημέρας, και των άλλων εορτών, κινητών τε καί ακινήτων». «Τονίζεται ιδιαιτέρως ή ανάγκη του ταυτοχρόνου εορτασμού τών μεγάλων χριστιανικών εορτών, τών Χριστουγέννων καί του Πάσχα, ύπό πάντων τών χριστιανών».

«Άλλ΄ή αυτή ανάγκη τής προσαρμογής προς τό νέον ήμερολογιακόν καθεστώς, παρουσιάζεται καί διά τό Πασχάλιον».

«"Αλλος έπί πλέον - λόγος, πρός άμεσον, εφαρμογήν καί του Πασχαλίου είναι ή μεγάλη θείκή σημασία καί έντύπωσις ην θά παραγάγη είς όλον τον πεπολιτισμένον κόσμον ή διά της αβίαστου πρωτοβουλίας τής Ορθοδόξου Εκκλησίας προσέγγισις τών δύο χριστιανικών κόσμων τής, ανατολής: και τής δύσεως έν τω εορτασμώ τών μεγάλων χριστιανικών εορτών»..

Καί διερωτάται έν θριάμβω
«Μήπως ή εισαγωγή του νέου πανορθοδόξου ημερολογίου δέν είναι ό πρώτος, λίθος διά τό οικοδόμημα τής ενώσεως πασών τών εκκλησιών του Θεού;» Αυτά πού ανέφερα καί άλλα πολλά ακόμη, περιέχονται είς τά ώς άνω Πρακτικά. Μήπως μένει παραμικρά αμφιβολία ότι τά σημερινά προητοιμάσθησαν καί είναι αδιάκοπος συνέχεια εκείνων.; Πανομοιοτύπως λέγονται σήμερον τά αυτά καί διακηρύσσεται οτι «ο συνεορτασμός του Πάσχα είναι πρώτον βήμα πρός τον οϊκουμενισμόν».

Είς τήν έπιστολήν, τήν οποίαν ο Μεταξάκης έστειλε, πρός τάς Εκκλησίας διά τήν σύγκλησιν του συνεδρίου του, μόνον ζήτημα ύπό συζήτησιν αναφέρεται τό ήμερολογιακόν (τά άλλα, επί τών οποίων μόνος του συνεζήτησε καί «απεφάσισε», δέν αναφέρονται έν τή επιστολή). 

Έφ' όσον, λοιπόν, άναμφιλέκτως διά τής άνακινήσεως ημερολογιακού ζητήματος έγινεν ή έναρξις τών κακών, πρόδηλον διά τούς ευσεβείς ότι έξοβέλισις τών ξένων στοιχείων καί επιστροφή, μάλλον έμμονη είς τήν πρό του Μέταξάκη ενότητα καί θέσιν  τής Όρθοδοξίας θ' αποσόβηση, τά τότε: τά μετέπειτα καί τά σημερινά κακά.

"Ας μή βαυκαλίζονται τίνες δι' άλλου είδους ενότητα, όσα έτη καί αν περάσουν, ας ένθυμώνται ανάλογα παραδείγματα της ιστορίας, όταν ύπεισήγετο ύπό τίνος κάτι τό παράνομον, το εμπαθές, τό άνθρώπινον, άνευ τής έν Χριστώ συμφωνίας τής Εκκλησίας - τούτο παρέμενεν έπί δεκαετίας; καί εκατονταετίας έώς ότου έξεκαθαρίζετο ή πληγή.

Είς τά πνευματικά ένότης δέν γίνεται μέ βάσιν τόν καιροσκοπισμόν καί τήν αυταρχικότητα οιουδήποτε, αλλά μόνον έν Χριστώ. 

ΑΛΗΘΗΣ ΚΑΙ ΘΕΑΡΕΣΤΟΣ ΕΝΟΤΗΣ. 
Όνειδιζόμενος ύπό τών «ενωτικών» τής Φλωρεντίας ο σοφός ο Γεννάδιος ό Σχολάριος ώς έναντίος τής ειρήνης καί ένότητος, έλεγεν:«Έσμεν αιτίους του σχίσματος εκείνους τήν αρχήν γενομένους, ου τούς ημετέρους προγόνους... παύσαντό γε κακώς τήν τών εκκλησιών είρήνην ζητούντες έπί καταστροφή τής Εκκλησίας.

Καί τής αληθείας, ήν τετήρηκεν άπό Χριστού μέχρι καί νΰν. Καί πειρώμενοι  σύνιστάν τά πανταχόθεν άσύστατα, παύσαντό δέ πότε καί ημάς διώκόντες ή μάλλον ειπείν έπί τω εαυτόν ευεργετούντες κακών τους.  

Οι τής μόνης - αληθούς καί πατρίου δόξης άντεχομένους, ώς τής, ειρήνης πολεμίους,  ήν αυτοί περίθάλπουσι "δήθεν ού γάρ τής ειρήνης οι ημείς εχθροί τών χριστιανών 'νηφάλιοι του πρός αλλήλους πολέμου, μη γένοιτο Θεέ Βασιλεύ.

 Αλλ' έχθροί της ιδιωτείας αυτών καί τής πονηρίας, της: ως τοις ύπερορίοις δόγμασιν άνεξετάσεως προστίθενται καί τών γνωρίμων καί γνησίων καταφρονούσι καί πάντας ανθρώπους άφίστάν αυτών βούλονται  καί τής δι' αυτών  σωτηρίας...

Εί βουλόμεθα φίλοι καί σύμμαχοι είναι, ουδέν τι τής αυτών φιλίας, απολαυσόμεθα. έτερον ή την πρός τούς άγιους μάχην καί τοίς των μητραλοιών ύποκείμεθα νόμοις' και ποιναίς.'.» 'Εθυροκόλλησε δέ είς το κελλίον του ταύτα:'

«Ω άθλιοι "Ρωμαίοι" και την πίστίν σας αποθέσατε καί τήν πόλιν θά χάσετε»: Του όποίου κάτι ανάλογον θά συμβή καί είς ημάς, άν δέν συνετισθώμεν καί άνανήψωμεν.

"Όταν μελετά καί ένθυμήταί τις τήν ίστορίαν τών "αιρέσεων καί τών σχισμάτων, πολλάκις απορεί ή καί γελά, διά τήν μικρολογίαν ή καί άνοησίαν πολλών έξ αυτών.

Καί νυν άν προπέμψη τις τόν νουν του ολίγον είς τό μέλλον, ότε αναμφιβόλως ό Θεός θά 'έπαναφέρη τήν ενότητα καί ομοφωνίαν τών χριστιανών, θ' άπορή πώς έπί δεκαετίας έκράτησε μία κατάστασις τόσο έξωφθάλμως αδικαιολόγητος καί ύπ' ούδενός υποστηριζόμενης ώς θεάρεστος.

Οί εμμένοντες είς τήν πατροπαράδοτον τάξιν δύνανται νά κατηγορήσουν τούς προσβαλόντας καινά στοιχεία διά πολλάς παραβάσεις.  Είς τί δέ δύνανται βασίμως νά κατηγορήσωσιν εκείνοι τούτους, πλήν του οτι δέν δέχονται ν' αναγνωρίσουν ανθρώπους μή φυλάξαντας τήν έμπιστευθείσαν αυτοίς πατρώαν κληρονομίαν; 

Επαναλαμβάνεται διά μίαν ακόμη φοράν ότι οί τασσόμενοι είς τόν κλήρον, φύλακες είναι καί όχι διαχειρισταί τής πατροπαράδοτου πίστεως καί άν πράγματι θέλουν τήν είρήνην καί ενότητα, μόνον φυλάσσοντες άλώβητον καί άκίβδηλον ταύτην, άς επιζητήσουν τήν ενότητα καί είρήνην. 

Μενόντων τών ζιζανίων, τά οποία έφθειραν τήν ενότητα  καί   είρήνην, πώς ελπίζεται ν' άναθάλη μονίμως, ή ένότης και ειρήνη. Μόνον μέ αυταρχισμούς καί μέ συνθήματα και αντιλήψεις ανθρώπων δέν μέ­νει έπ' άπειρον ούτε έπί, πολύ: ή - ένότης. καί ειρήνη. Μόνον «ό Χρι­στός έστιν ή ειρήνη ημών» καί ή ενότης, εις Αυτόν μόνον και δι' αυτού άς θεμελιωθή ή ένότης καί ειρήνη, δια νά μένουν εις τόν αιώνα.

Μετά τά ορθά και συνετά, άτινα γράφονται είς τήν πρός τόν Αθηναγόραν έπιστολήν της Ελλαδικής Εκκλησίας (έν σχέσει μέ τήν παράνομον άπόφασιν του Πατριαρχείου Μόσχας νά κοινωνή έκ του αγίου Ποτηριού τους αιρετικούς), έν ή λέγονται και ταύτα:

«Ουκ: επιτρέπεται Εκκλησία τοπική, ει καί εστίν αυτή ή οία σουν,. παρ' ο παρέλαβε δογματίζειν καί' όρια·.  μεταίρειν» και ή ευ­χή διά..«τήν άγίαν Ορθόδοξο ημών Έκκλησίαν τήν τανϋν έσκορπισμένην καί τήν ενότητα μετά πάντων δι' εαυτής καί ουχί διά  Κυρίου ζητούσαν επιπλέον δίασκορπισμένην, ως μή ώφελε..»,απορούμεν πώς επιτρέπεται ή συνέχισις μετάρσεως ορίων αιωνίων;  καί ή έπιζήτησις ένότητος. δι' εαυτής καί ουχί διά Κυρίου. 


Δημοσίευση σχολίου