18 Ιανουαρίου, 2013

ΔΙΑΤΕΛΕΣΑΝΤΕΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΑΙ ΚΑΙ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΑΘΗΝΩΝ

Ιερώνυμος Β΄ Λιάπης  ( 2008 - )

 Ο Mακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. κ. Ιερώνυμος (κατά κόσμον Ιωάννης Λιάπης), γεννήθηκε στα Οινόφυτα Βοιωτίας το 1938. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής (Τμήμα Αρχαιολογίας) και της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διετέλεσε υπότροφος του Ι.Κ.Υ. (1ος σε πανελλαδική κλίμακα) στις βυζαντινές σπουδές. Μετέβη για μεταπτυχιακές σπουδές στο Gratz Αυστρίας και στο Regensburg και το Μόναχο της Γερμανίας. Εργάσθηκε ως πανεπιστημιακός βοηθός στην Αρχαιολογική Εταιρεία στην Αθήνα δίπλα στον Ορλάνδο και ως φιλόλογος στη Λεόντειο Σχολή της Νέας Σμύρνης, στο 9ο Νυκτερινό Γυμνάσιο Αθηνών, καθώς και στο Γυμνάσιο της Αυλώνος. Εγκατέλειψε την πανεπιστημιακή του καριέρα μετά την ένταξή του στον ιερό κλήρο.

Διάκονος εχειροτονήθη την 3ην Δεκεμβρίου 1967 και Πρεσβύτερος λαβών και το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου την 10ην Δεκεμβρίου 1967 από τον Μακαριστό Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας κυρό Νικόδημο Γραικό.

Υπηρέτησε ως Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών και Λεβαδείας (1967-1978), ως Ηγούμενος των Ιερών Μονών Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σαγματά (1971-1977) και του Οσίου Λουκά (1977-1981), ως Γραμματεύς και κατόπιν Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (1978-1981).

Τον Οκτώβριο του 1981 εξελέγη παμψηφεί Μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας. Συμμετείχε στις Επιτροπές Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως, Εκκλησιαστικής Περιουσίας, Σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας, Υποτροφιών και εργάστηκε ως Αντιπρόεδρος του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος. Υπήρξε μέλος μεικτών επιτροπών Πολιτείας και Εκκλησίας για την μελέτη θεμάτων για την μοναστηριακή περιουσία (1986-1998) και την εκκλησιαστική εκπαίδευση (1986-1998) και Πρόεδρος της επιτροπής Διαλόγου Κοινωνίας - Εκκλησίας (2005-2007). Με την ανύστακτη φροντίδα του και το ενδιαφέρον του αναπαλαιώθηκαν, επανδρώθηκαν και λειτουργούν στην Ιερά Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας έξι ανδρικές Ιερές Μονές (σύνολο Μοναχών 45) και δεκαεπτά γυναικείες (σύνολο Μοναχών 110). Ανάμεσα στις Μονές αυτές συγκαταλέγονται οι ιστορικές Μονές του Οσίου Λουκά, Σαγματά, Οσίου Σεραφείμ, Μακαριωτίσσης, Ευαγγελιστρίας, και Ιερουσαλήμ.

Στο συγγραφικό του έργο συγκαταλέγονται πολλά άρθρα, μελέτες και βιβλία θεολογικού, κοινωνικού και ιστορικού περιεχομένου, εκ των οποίων αυτό με τον τίτλο «Μεσσαιωνικά Μνημεία της Ευβοίας» βραβεύθηκε το 1970 με πρώτο βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών. Το 2006 εξεδόθη ο πρώτος από τους τρεις τόμους έργου του με τον τίτλο «Χριστιανική Βοιωτία». Στο κοινωνικό του έργο ξεχωρίζουν η δημιουργία: οικοτροφείων, ορφανοτροφείου με μορφή ανάδοχης οικογένειας (Θήβα), Στέγες Ηλικιωμένων (Θήβα, Λιβαδειά), Κέντρου Επανένταξης Ψυχικώς Πασχόντων (Λιβαδειά), του Εκπαιδευτηρίου Δημιουργικής Απασχόλησης Παίδων με Ειδικές Ανάγκες σε συνεργασία με άλλους φορείς του Νομού (Λιβαδειά), του Κέντρου Πρόληψης για τα ναρκωτικά (Λιβαδειά), Συσσίτια Απόρων συμπεριλαμβανομένων και οικονομικών μεταναστών (Θήβα), Συμβουλευτικούς Σταθμούς (Θήβα), Κέντρο Ιστορικών και Αρχαιολογικών Ερευνών (Ζάλτσα - Ιερά Μονή Λυκούρεση), ενώ ως πρώην εκπαιδευτικός έχει αναπτύξει μία ιδιαίτερη σχέση με την εκπαιδευτική κοινότητα της Βοιωτίας.

Στην Μητρόπολη Θηβών φρόντισε περαιτέρω για την δημιουργία και λειτουργία ενοριακών πνευματικών κέντρων, κέντρων νεότητας στις περισσότερες των ενοριών της Μητροπόλεώς του καθώς και προτύπων κατασκηνωτικών εγκαταστάσεων στο Παρνασσό. Με πρωτοβουλία του ιδρύθηκε και λειτουργεί το Κέντρο Ερευνών της Ιστορίας και του Πολιτισμού της Βοιωτίας, το οποίο συνεργάζεται με τα Πανεπιστήμια του Durham, Cambridge. Πρωτοστάτησε για την δημιουργία – στην γενέτειρά του, στα Οινόφυτα- του Κέντρου Ευαισθητοποιήσεως  Πληθυσμού σε θέματα περιβάλλοντος και οικονομικών μεταναστών. Για την συμβολή του στο φιλανθρωπικό έργο της Μητροπόλεώς του που σχετίζεται με την υγεία τιμήθηκε από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Κραϊόβας στη Ρουμανία με την απονομή του τίτλου του επιτίμου Διδάκτορα του εκεί Πανεπιστημίου. Επίσης είναι Πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Καρδιολογίας (ΕΛΙΚΑΡ).

Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος εξελέγη παμψηφεί την 7ην Φεβρουαρίου 2008 και ενθρονίσθη την 16ην Φεβρουαρίου 2008. Ως Αρχιεπίσκοπος Αθηνών προσφέρει πολυσχιδές έργο με έμφαση στην ποιμαντική διακονία του ανθρώπου.

Την 19ην Μαΐου 2013 η Ιερά Ελληνική Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού Βοστώνης του απένειμε, Διδακτορικό Δίπλωμα Θεολογίας Τιμής Ένεκεν, κατά την διάρκεια της 71ης Τελετής Αποφοιτήσεως από το Ελληνικό Κολέγιο και τη Θεολογική Σχολή, που αποτελούν το μοναδικό ελληνικό πανεπιστημιακό ίδρυμα στην Αμερική. 

Την 19ην Ιουνίου 2013 τιμήθηκε από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων όπου του απένειμε τον τίτλο του επιτίμου Διδάκτορα της Ιατρικής.

Νεόφυτος Ε΄ Μεταξάς  (1850-1861)
Γεννήθηκε το 1762 στην Αθήνα, όπου και σπούδασε. Διορίστηκε διδάσκαλος στη Μονή Πεντέλης και εκεί χειροτονήθηκε διάκονος. Το 1803 εξελέγη επίσκοπος Ταλαντίου (Αταλάντης). Από τη θέση αυτή συνέβαλε στην αφύπνιση των υπόδουλων συμπατριωτών του, ιδρύοντας και σχολή στην Αταλάντη. Συμμετείχε ενεργά στον αγώνα του 1821. Επίσης συμμετείχε σε όλες τις Εθνοσυνελεύσεις, ενώ το 1828 ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας τον διόρισε μέλος της Εκκλησιαστικής Επιτροπής. Επίσκοπος Αττικής από το 1833, μετά από την ανακήρυξη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος ορίστηκε Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου και ονομάστηκε Μητροπολίτης Αθηνών (1850). Εκοιμήθη 29/12/1861, αφήνοντας και αξιόλογο συγγραφικό και υμνολογικό έργο (Εγχειρίδιον περί των επτά Μυστηρίων, Ιερογραφικόν Απάνθισμα, Λόγοι, Ακολουθίαι Αγίας Φιλοθέης της εξ΄ Αθηνών και Οσίου Πατρός ημών Σεραφείμ, κ.α.)   

Θεόφιλος Α΄ Βλαχοπαπαδόπουλος (1862 - 1873)
Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1790. Σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κων/λη με την υποστήριξη του Π. Πατρών Γερμανού, από τον οποίο χειροτονήθηκε διάκονος στην Πάτρα το 1819. Έλαβε μέρος στην επανάσταση του 1821. Το 1852 χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος Αιτωλίας και Ακαρνανίας, όπου διακόνησε  για μια δεκαετία. Το 1862 εξελέγη Μητροπολίτης Αθηνών. Ενάρετος και ελεήμων άνθρωπος απολάμβανε σεβασμού και εκτιμήσεως. Μεταξύ των άλλων εκκλησιαστικών ζητημάτων με τα οποία ασχολήθηκε ήταν και αυτό της επιμορφώσεως του ιερού κλήρου, ιδρύοντας τη «Σύναξη Πρεσβυτέρων», οργανισμό με ιεραποστολική δράση. Στο πρόγραμμα της «Σύναξης» περιλαμβάνονταν και η ίδρυση των πρώτων κατηχητικών σχολείων στην Αθήνα. Το 1871 με προσωπική του πρωτοβουλία έγινε η μετακομιδή του λειψάνου του εθνομάρτυρος Πατριάρχου Κων/πόλεως Αγίου Γρηγορίου του Ε΄ από τη Ρωσία στην Αθήνα. Μετά από διετία ο Θεόφιλος εκοιμήθη 15/7/1873 σε βαθύτατο γήρας, καταλείποντας φήμη αγαθού και φιλειρηνικού ανδρός. 


Προκόπιος A ' Γεωργιάδης  (1874-1889)
Γεννήθηκε στο Αίγιο το 1813. Μόνασε στην Μονή Ταξιαρχών Αιγιαλείας. Υπήρξε πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.Το 1842 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και εν συνεχεία διορίστηκε εφημέριος και διδάσκαλος στη Βιέννη, όπου και συνέχισε τις σπουδές του παρακολουθώντας θεολογικά μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της πόλης. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, δίδαξε θρησκευτικά στο Διδασκαλείο Αθηνών και στη Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία μέχρι την εκλογή του στην αρχιεπισκοπή Μεσσηνίας το 1852. Το 1874 εξελέγη Μητροπολίτης Αθηνών. Ως Πρόεδρος της Ι. Συνόδου ανέπτυξε πρωτοβουλίες για τη ρύθμιση εκκλησιαστικών ζητημάτων εν σχέσει με την Πολιτεία, δίχως όμως να ευοδωθούν οι έντονες προσπάθειες που κατέβαλε. Επί των ημερών του το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχώρησε στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος τις επαρχίες της Θεσσαλίας και την επισκοπή Πλαταμώνος (1882), ενώ η Αθήνα κοσμήθηκε με την ανέγερση νέων ναών. Εκοιμήθη 30/1/1889.


Γερμανός Β΄ Καλλιγάς (1889 - 1896)
Γεννήθηκε το 1844 στην Κεφαλληνία. Ακολούθησε το συγγενή του Παρθένιο Καλλιγά που ήταν ηγούμενος στην Ι. Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο, όπου και εκάρη μοναχός. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Το έτος 1869 βρίσκεται στην Αλεξάνδρεια ως αρχιδιάκονος και γραμματέας του πατριάρχου Σωφρονίου, ο οποίος τον χειροτόνησε πρεσβύτερο, τον προχείρισε σε αρχιμανδρίτη και τον διόρισε πρωτοσύγκελλο. Το 1880 μετά από πρόσκληση της ελληνικής κοινότητας της Μασσαλίας ανέλαβε προϊστάμενος της εκεί ελληνικής εκκλησίας. Το 1884 εξελέγη επίσκοπος της Κεφαλληνίας και το 1889 Μητροπολίτης Αθηνών. Υπήρξε ιδιαίτερα δραστήριος και αποτελεσματικός, καθώς κατά την διάρκεια της παραμονής του στο Θρόνο των Αθηνών ανήγειρε τα κτίρια της Ιεράς Συνόδου και της Ι. Μητρόπολης στην οδό Αγίας. Επίσης ίδρυσε Ιερατική Σχολή και Θεολογικό οικοτροφείο, οργάνωσε τον «Ιερό Σύνδεσμο» των κληρικών μαζί με το ομώνυμο και αγωνίστηκε για την πνευματική καλλιέργεια του λαού με συστηματική διοργάνωση ομιλιών και σεμιναρίων. Εκοιμήθη 18/1/1896.     

Προκόπιος Β΄ Οικονομίδης (1896 - 1901)
Γεννήθηκε στα Δουμενά Καλαβρύτων το 1837. Φοίτησε στο Γυμνάσιο Ναυπλίου και στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Το 1867 φοίτησε στη Θεολογική Ακαδημία της Μόσχας. Αναγνωρίζοντας τις ικανότητές του ο πρύτανης εισηγήθηκε να του χορηγηθεί κρατική υποτροφία. Εκεί υπέβαλε τη διατριβή του «ο Υιός του Πατρός» και διορίστηκε καθηγητής των ελληνικών στην Πετρούπολη. Μετά από λίγο έφυγε για να επεκτείνει τις σπουδές του στη Γενεύη και την Χαϊδελβέργη, απ΄ όπου γύρισε στην Ελλάδα και υπηρέτησε ως καθηγητής σε γυμνάσια της Αθήνας και του Πειραιά.  Το 1880 εξελέγη υφηγητής της Ιστορίας Δογμάτων στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και από το 1891 τακτικός καθηγητής δίδαξε επιπλέον Πατρολογία και Απολογητική, ενώ διετέλεσε και κοσμήτορας. Εν τω μεταξύ είχε χειροτονηθεί διάκονος και πρεσβύτερος, αναλαμβάνοντας και καθήκοντα γραμματέα της Ι. Συνόδου. Το 1896 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Αθηνών και παρέμεινε στο Θρόνο ως τον Νοέμβριο του 1901, οπότε αναγκάστηκε να παραιτηθεί λόγω των αιματηρών επεισοδίων που προκάλεσε η μετάφραση του Ευαγγελίου, των γνωστών «Ευαγγελικών». Αποσύρθηκε τότε στη Μονή Φανερωμένης στη Σαλαμίνα, όπου ασθένησε βαριά και εκοιμήθη 4/7/1902.       

 
Θεόκλητος Α΄ Μηνόπουλος (1902 - 1917 και 1920 - 1922)
Γεννήθηκε στη Τρίπολη το 1848. Σπούδασε Θεολογία στην Αθήνα, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και κατόπιν διορίστηκε διευθυντής της Ιερατικής Σχολής Τριπόλεως με μια μικρή διακοπή, οπότε συνέχισε τις διακοπές στη Λειψία. Το 1892 εξελέγη επίσκοπος Μονεμβασίας και Λακεδαίμονος και το 1902 Μητροπολίτης Αθηνών. Ίδρυσε το Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο και επί των ημερών του ψηφίστηκε ο νόμος περί ενοριών και ενοριακού κλήρου. Εξ΄ αφορμής του εθνικού διχασμού, ο Θεόκλητος το 1916 υπέγραψε ανάθεμα κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου με συνέπεια την καθαίρεσή του από το ανώτατο εκκλησιαστικό δικαστήριο, όταν επικράτησαν οι Φιλελεύθεροι. Με τη μεταβολή της πολιτικής κατάστασης το 1920 ο Θεόκλητος επανήλθε με απλό  βασιλικό διάταγμα στο μητροπολιτικό θρόνο που προκάλεσε αφενός εσωτερική ανωμαλία στην ελλαδική Εκκλησία και αφετέρου την διατάραξη των σχέσεων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Μετά, όμως, την στρατιωτική επανάσταση του 1922 η Μείζων σύνοδος, που συγκλήθηκε, αναθεώρησε την ποινή της καθαίρεσης, αλλά διατήρησε την έκπτωσή του από το θρόνο. Αποσύρθηκε στη Μονή Πετράκη όπου παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του, όπου εκοιμήθη 19/12/1931.

Μελέτιος Γ΄ Μεταξάκης (1918 - 1920)
Γεννήθηκε το 1871 στο χωριό Παρσάς του Λασιθίου Κρήτης. Σπούδασε στην Ιερατική Σχολή του Παναγίου Τάφου και στη Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού στα Ιεροσόλυμα, ενώ είχε χειροτονηθεί το 1891 διάκονος στη Μονή Βηθλεέμ. Το 1903 διορίστηκε αρχιγραμματέας του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και ανέπτυξε πλούσια δραστηριότητα με την έκδοση του περιοδικού «Νέα Σιών» (1904), με την ίδρυση νέων σχολείων και την αναδιοργάνωση των υπαρχόντων, με τη σύσταση «Πρακτικής Σχολής» στην Ιόππη και με την ενίσχυση των οικονομικών του Πατριαρχείου. Το 1910 εξελέγη Μητροπολίτης Κιτίου της Κύπρου.  Το 1918 εξελέγη Μητροπολίτης Αθηνών, όπου παρέμεινε για δυο χρόνια. Στο μικρό αυτό διάστημα εξέδωσε το περιοδικό «Διδαχή» και μερίμνησε για τη μόρφωση του κλήρου, τη δημιουργία φιλόπτωχων ταμείων και της «Στέγης της Εκκλησίας» (1918, το σημερινό εκκλ. Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης), ενώ ενδιαφέρθηκε και για την ελληνική διασπορά της Αμερικής. Μετά την αλλαγή των πολιτικών πραγμάτων και την επάνοδο του Θεοκλήτου, το 1920, ο Μελέτιος έφυγε στην Αμερική. Στις 25 Νοεμβρίου 1921 εξελέγη στον οικουμενικό θρόνο, όμως αναγκάστηκε να αποχωρήσει το 1923 με την επικράτηση του Κεμάλ. Το 1926 εξελέγη Πατριάρχης Αλεξανδρείας, όπου και παρέμεινε ως το θάνατό του όπου εκοιμήθη 28/7/1935.

Χρυσόστομος Α΄ Παπαδόπουλος (1923 - 1938)
Γεννήθηκε στο Μάδυτο της Ανατολ. Θράκης το 1868. Σπούδασε στην Ιερατική Σχολή της Κων/πολης, στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στα Ιεροσόλυμα και στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης. Ακολούθησε και ανώτερες σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στις Θεολογικές Ακαδημίες Πετρουπόλεως και Κιέβου (1895 - 1909), ενώ χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος το 1900. Από το 1911 έως το 1923 χρημάτισε διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής και καθηγητής της εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο (1914 - 1923) και μέλος της νεοϊδρυθείσης τότε Ακαδημίας Αθηνών (1926). Το 1923 εξελέγη Μητροπολίτης Αθηνών.  Επί των ημερών του ρυθμίστηκαν πολλά εκκλησιαστικά ζητήματα και αναπτύχθηκε το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας. Έλαβε πρώτος τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Υπήρξε σπουδαίος εκκλησιαστικός ιστορικός. Εκοιμήθη 22/10/1938.

 Χρύσανθος Α΄ Φιλιππίδης (1938 - 1941)
Γεννήθηκε στην Κομοτηνή το 1881. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και διετέλεσε ιεροκήρυκας και διδάσκαλος στην Τραπεζούντα. Από το 1907 έως το 1911 συνέχισε τις σπουδές του στη Λωζάνη και τη Λειψία. Το 1913 εξελέγη Μητροπολίτης Τραπεζούντος, όπου απολάμβανε τόσο σεβασμό και εκτίμηση ώστε να του ανατεθεί και πολιτική εξουσία στις κρίσιμες συνθήκες του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Η μέριμνά του για τον πληθυσμό του Πόντου και η συμμετοχή του σε διάφορες αποστολές για την προώθηση των ζητημάτων του αλύτρωτου ελληνισμού (1918 - 1921) είχαν ως αποτέλεσμα την ερήμην καταδίκη του σε θάνατο από τις τουρκικές αρχές. Εξ΄ αιτίας της Μικρασιατικής Καταστροφής αναγκάστηκε να εγκατασταθεί στην Αθήνα ως αποκρισάριος του οικουμενικού θρόνου. Μέλος της Ακαδημίας (1938). Το 1938 μετά την ακύρωση από το Σ.τ.Ε. της εκλογής του Δαμασκηνού εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος. Διακρίθηκε για την εθνική και φιλανθρωπική του δράση. Το 1941 απεμακρύνθη από τον θρόνο του και ανέλαβε καθήκοντα ο Δαμασκηνός. Εκοιμήθη 28/9/1949.

Δαμασκηνός Α΄ Παπανδρέου (1941 - 1949)
Γεννήθηκε το 1890 στη Δορβιτσά Ναυπακτίας. Σπούδασε θεολογία και νομική στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1917 χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Τον Δεκέμβριο του 1922 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Κορίνθου και παρέμεινε μέχρι το 1938. Η διακονία του εκεί απέδωσε την ίδρυση λαϊκού ιατρείου, φιλοπτώχου ταμείου και αίθουσας διαλέξεων, ενώ η συμβολή του στην ανασυγκρότηση της πόλεως μετά τους σεισμούς του 1928 ήταν αποφασιστική. Το 1938 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, αλλά η εκλογή του ακυρώθηκε. Ανέλαβε τον θρόνο τρία χρόνια αργότερα, το 1941. Ανέπτυξε πλουσιότατη δράση στα χρόνια της εχθρικής Κατοχής. Επίσης η παρέμβασή του ματαίωσε πολλές εκτελέσεις και επιστρατεύσεις, ενώ η έλλειψη ελεύθερης κυβέρνησης τον ανέδειξε εθνάρχη. Από τον Δεκέμβριο του 1944 έως τον Απρίλιο του 1946 χρημάτισε αντιβασιλέας και πρωθυπουργός για λίγους μήνες. Εκοιμήθη 20/5/1949.

Σπυρίδων Α΄ Βλάχος (1949 - 1956)
Γεννήθηκε το 1873 στη Χιλή της Βιθυνίας. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Το 1906 εξελέγη Μητροπολίτης Βελλάς και Κονίτσης, ενώ το 1916 καταστάθηκε στη μητρόπολη Ιωαννίνων όπου παρέμεινε ως το 1949. Για τη δράση υπέρ του έθνους καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο από τους Ιταλούς στο Αργυρόκαστρο. Το 1949 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, θέση από την οποία συνέχισε την σημαντική του προσφορά. Φρόντισε για τον επαναπατρισμό των απαχθέντων ελληνόπουλων, την ανοικοδόμηση χιλιάδων κατεστραμμένων ναών, καθώς και για την ίδρυση του Θεολογικού οικοτροφείου και του τυπογραφείου της Αποστολικής Διακονίας. Επίσης διετέλεσε και πρόεδρος της Πανελληνίου Επιτροπής Αυτοδιαθέσεως της Κύπρου. Εκοιμήθη 21/3/1956.  


Δωρόθεος Γ΄ Κοτταράς (1956 - 1957)
Γεννήθηκε στην Ύδρα το 1888. Σπούδασε Θεολογία και Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Λειψία. Το 1910 χειροτονήθηκε διάκονος και διορίστηκε στο Ναό Αγίου Γεωργίου Καρύτση. Το 1922 χειροτονήθηκε από διάκονος Μητροπολίτης Κυθήρων όπου παρέμεινε επί δωδεκαετία, ενώ το 1935 εξελέγη Μητροπολίτης Λαρίσης και Πλαταμώνος, την οποία παρέμεινε μέχρι την εκλογή του σε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος στις 29 Μαρτίου 1956. Κατά τη διάρκεια της βραχείας παραμονής του στο θρόνο (15 μήνες) επέδειξε ενδιαφέρον για τα μισθολογικά και ασφαλιστικά θέματα των κληρικών, συγκάλεσε το πρώτο συνέδριο ιεροκηρύκων, εμπόδισε την κυβέρνηση να υπογράψει κονκορδάτο με το Βατικανό και σύσφιξε τις σχέσεις με τη Σέρβικη Εκκλησία. Ο Δωρόθεος διακρίθηκε ως συγγραφέας, καταλείποντας νομοκανονικές μελέτες, συλλογές λόγων, ακολουθίες Αγίων και πλήθος άρθρων. Εκοιμήθη 26/7/1957.

Θεόκλητος Β΄ Παναγιωτόπουλος (1957 - 1962)
Γεννήθηκε στη Δημητσάνα το 1890. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και διορίστηκε στο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο. Το 1914 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1917 πρεσβύτερος. Διετέλεσε ιεροκήρυκας στη Φθιώτιδα και από το 1923 αρχιγραμματέας της Ι. Συνόδου. Το 1924 εξελέγη βοηθός επίσκοπος Σταυρουπόλεως, το 1931 εξελέγη Μητροπολίτης Καλαβρύτων και το 1944 μετετέθη στην Μητρόπολη Πατρών. Στον αρχιεπισκοπικό θρόνο αναδείχθηκε στις 7 Αυγούστου 1957. Ως Αρχιεπίσκοπος ασχολήθηκε με τη μόρφωση του κλήρου, αλλά και με την ίδρυση σχολής διακονισσών, φροντιστηρίου εξομολόγων ιερέων και του «Οίκου της Φοιτήτριας». Επί των ημερών του τροποποιήθηκε ο καταστατικός χάρτης της Εκκλησίας και η εκλογή Μητροπολιτών ανατέθηκε στην Ιεραρχία. Εκοιμήθη 8/1/1962. 


Ιάκωβος Γ΄ Βαβανάτσος (1962)
Γεννήθηκε το 1893 στο Γαλαξείδι Παρνασίδος. Μετά από τη βασική παιδεία εισήχθη στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και χειροτονήθηκε διάκονος το (1918) στον Πειραιά και πρεσβύτερος το 1926. Χρημάτισε πρωτοσύγκελλος του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου (1931 - 1935).Στις 10 Ιανουαρίου του 1935 χειροτονήθηκε τιτουλάριος επίσκοπος Χριστουπόλεως, ως βοηθός του Αθηνών Χρυσοστόμου. Το 1935 εξελέγη ποιμενάρχης της νεοϊδρυθείσης, τότε, μητρόπολης Αττικής και Μεγαρίδος, όπου διακόνησε καρποφόρα μέχρι την εκλογή του ως Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος στις 13 Ιανουαρίου του 1962. Στις 25 όμως Ιανουαρίου του ιδίου έτους υπέβαλε παραίτηση, μετά από πολλές πιέσεις και παρά τη θέλησή του, κυρίως, για την αποτροπή αναμείξεως της Πολιτείας στα εσωτερικά της Εκκλησίας όπως τόνισε ο ίδιος στο κείμενο της παραίτησής του. Εκοιμήθη 25/1/1984.

  Χρυσόστομος Β΄ Χατζησταύρου (1962 - 1967)
Γεννήθηκε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας το 1880. Σπούδασε στη Σχολή της Χάλκης και στο Πανεπιστήμιο της Λωζάνης. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μητροπολίτη Δράμας και μετέπειτα εθνομάρτυρα Αγ. Χρυσόστομο τον Καλαφάτη, τον οποίο και ακολούθησε στη μητρόπολη Σμύρνης. Το 1910 χειροτονήθηκε τιτουλάριος επίσκοπος Τραλλέων, το 1913 εξελέγη Μητροπολίτης Φιλαδελφείας και το 1919 μετατέθηκε στη μητρόπολη Εφέσου, όπου εξέδωσε τα περιοδικά «Ο Νέος Ποιμήν» και «Έφεσος». Μετά την μικρασιατική καταστροφή κατέφυγε στην Αθήνα και 1924 κατεστάθη Μητροπολίτης Βεροίας και Ναούσης και στη συνέχεια Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου. Στις 14 Φεβρουαρίου 1962 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1967, οπότε επειδή αρνήθηκε να παραιτηθεί, απομακρύνθηκε από το δικτατορικό καθεστώς. Εκοιμήθη 9/6/1968.

 
Ιερώνυμος Α΄ Κοτσώνης (1967 - 1973)
Γεννήθηκε στην Τήνο το 1905. Σπούδασε στη Ριζάρειο Σχολή και τη Θεολογική του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις μεταπτυχιακές στη Γερμανία και την Αγγλία. Αναγορεύτηκε δρ. Θεολογίας.Το 1939 εκάρη μοναχός στη Μονή Πετράκη, χειροτονήθηκε διάκονος και αργότερα πρεσβύτερος, ενώ διετέλεσε Γραμματέας της Ι. Συνόδου, Διευθυντής του περιοδικού «Εκκλησία», εφημέριος στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» (1941 - 1946) και πρωθιερέας των ανακτόρων. Επίσης χρημάτισε καθηγητής του Κανονικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Στις 14 Μαΐου 1967 εξελέγη από αριστίνδην Σύνοδο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και επιδόθηκε στην οργάνωση του διοικητικού, ποιμαντικού και φιλανθρωπικού έργου της Εκκλησίας, γεγονός που έφερε αγλαά αποτελέσματα. Παραιτήθηκε το 1973. Εκοιμήθη 15/11/1989.

Σεραφείμ Α΄ Τίκας (1974 - 1998)
Γεννήθηκε στο Αρτεσιανό Καρδίτσης το 1913.Αφού φοίτησε στις Εκκλησιαστικές Σχολές Άρτας και Κορίνθου, σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Κατόπιν έγινε μοναχός στη Μονή Πεντέλης, χειροτονήθηκε διάκονος (1938), πρεσβύτερος (1942) και υπηρέτησε ως εφημέριος στον Άγιο Λουκά Πατησίων και β΄ γραμματέας της Ι. Συνόδου. Για τη δράση του στην Αντίσταση τιμήθηκε με το χρυσό αριστείο ανδρείας, τον πολεμικό σταυρό και το μετάλλιο «εξαίρετων πράξεων». Το 1949 εξελέγη Μητροπολίτης Άρτης, το 1958 μετατέθηκε στη Μητρόπολη Ιωαννίνων και το 1974 αναδείχθηκε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Η αρχιερατική του διακονία σ΄ όλες τις θέσεις υπήρξε πλούσια και αποτελεσματική.  Με τη συμβολή του ψηφίστηκε ο νέος καταστατικός χάρτης που ισχύει μέχρι σήμερα, ιδρύθηκαν τέσσερις νέες μητροπόλεις στο Λεκανοπέδιο, και με επισκέψεις του προωθήθηκε η πανορθόδοξη ενότητα. Εκοιμήθη 10/4/1998. 

Χριστόδουλος Α΄ Παρασκευαΐδης (1998 - 2008)
Γεννήθηκε στην Ξάνθη το 1939. Σπούδασε Νομική και Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ήταν διδάκτωρ της Θεολογίας. Διάκονος χειροτονήθηκε το 1961 και πρεσβύτερος το 1965. Διετέλεσε εφημέριος του Ι.Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Π. Φάληρο και γραμματέας της Ι. Συνόδου. Το 1974 εξελέγη Μητροπολίτης Δημητριάδος, η πλούσια αρθρογραφία του, ήταν δείγματα της ποικίλης διακονίας του. Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος εξελέγη το 1998. Εκοιμήθη 18/1/2008.  
------------------------
ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΣ ΤΟΜΟΣ ΤΟΥ 1850


ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΠΟ ΤΟ 1833  ΚΙ ΕΞΗΣ

Μετά την Απελευθέρωση, με την, ανακήρυξη από τη Βαυαρική Αντιβασιλεία της ανεξαρτησίας της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1833, ιδρύθη η Επισκοπή Αττικής, που περιελάμβανε όλο τον σημερινό νομό (εκτός από τα νησιά) και είχε έδρα την Αθήνα. Πρώτος ποιμενάρχης διορίστηκε ο ώς τότε Επίσκοπος Ταλαντίου Νεόφυτος Μεταξάς, ο οποίος είχε διακριθεί στον Απελευθερωτικό Αγώνα. Με την έκδοση του Πατριαρχικού Τόμου της 29ης Ιουνίου 1850, που παραχωρούσε το Αυτοκέφαλο στην Ελλαδική Εκκλησία (και τη συνακόλουθη έκδοση των Νόμων Σ' και ΣΑ' της 9-7-1852), στις 2-9-1850 με Διάταγμα η Επισκοπή Αττικής ονομάστηκε Αθηνών και ανυψώθη σε μοναδική Μητρόπολη του Ελληνικού Κράτους και ο Μητροπολίτης της ορίστηκε μόνιμος Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου. 

Δύο χρόνια αργότερα, με την παραίτηση του αρχιερέα Σαμουήλ της προσωρινής Επισκοπής Αιγίνης, Αγκιστρίου και Σαλαμίνος, τα νησιά αυτά υπήχθησαν στη Μητρόπολη Αθηνών. Με το άρθρο 2 του Ν. 2891/21-7-1922 (ΦΕΚ 124/25-7-1922, τ. Α'), όλες οι Επισκοπές της χώρας ανυψώθηκαν σε Μητροπόλεις, ενώ στον Μητροπολίτη Αθηνών δόθηκε ο τίτλος «Μακαριώτατος Υπέρτιμος και Έξαρχος πάσης της Ελλάδος».Με τον Καταστατικό Νόμο της Εκκλησίας της Ελλάδος της 31ης Δεκεμβρίου 1923 (ΦΕΚ 387 τ. Α'), που καταρτίσθηκε μετά την εκλογή, χειροτονία και εγκατάσταση στον θρόνο των Αθηνών του Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, υλοποιήθηκε πρόταση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και ο Μητροπολίτης Αθηνών έλαβε τον τίτλο «Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος», τίτλο που διατηρεί ώς σήμερα.

Το 1936, λόγω της αλματώδους αύξησης του πληθυσμού του λεκανοπεδίου, με τον ΑΝ 136 ιδρύθη η Μητρόπολη Αττικής και Μεγαρίδος, στην οποία υπήχθησαν όλη σχεδόν η επαρχία Μεγαρίδος, η νήσος Σαλαμίνα, η Λαυρεωτική και πολλές περιοχές της Βόρειας Αττικής (έδρα η Κηφισιά). Το ίδιο έτος η Αίγινα υπήχθη στη μητρόπολη Ύδρας και Σπετσών. Το 1947 προστέθηκαν στη Μητρόπολη Αττικής και Μεγαρίδος και οι πόλεις Αμαρούσιο, Αχαρνές, Ασπρόπυργος, Ελευσίνα και η Ιερά Μονή Κλειστών. Το 1962, μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Θεοκλήτου (18-1-1962), ο Πειραιάς, το Νέο Φάληρο και η Νίκαια απετέλεσαν τη νέα Μητρόπολη Πειραιώς, που είχε ιδρυθεί με τον Ν. 3952/1959 (ΦΕΚ 272, τ. Α'), ενώ το 1974 αποσπάσθηκαν πολλά εδάφη της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και ιδρύθηκαν οι τέσσερις μητροπόλεις Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού, Νέας Σμύρνης, Νέας Ιωνίας, Νέας Φιλαδέλφειας, και Περιστερίου. 

Το 2002 από τη μητρόπολη Νέας Σμύρνης απεσπάσθη το ανατολικό τμήμα της και ιδρύθη η Μητρόπολη Γλυφάδας. Το 2010 η Μητρόπολη Αττικής διχοτομήθηκε στις Μητροπόλεις Κηφισιάς και «Ιλίου, Πετρουπόλεως και Αχαρνών». Σήμερα, η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών περιλαμβάνει τούς δήμους Αθηναίων, Δάφνης, Ζωγράφου,Παλαιού Ψυχικού, Νέου Ψυχικού, Καλλιθέας, Μοσχάτου, Ηλιουπόλεως,Αγίου Δημητρίου, Χαλανδρίου, Πεντέλης, Βριλησσίων, Ταύρου, Αγίας Παρασκευής, Χολαργού, Παπάγου, Φιλοθέης, Γαλατσίου και Αγίων Αναργύρων.

Καί τρεις ιδιάζουσες περιπτώσεις:

1)το 1926 ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος νομοθέτησε αυθαίρετα την ίδρυση Μητρόπολης Μεγαρίδος, αλλά εξαιτίας τόσο της έντονης αντίδρασης του Αρχιεπισκόπου και της Ιεράς Συνόδου, όσο και λόγω της πτώσης της δικτατορίας, η απόφαση αυτή δεν υλοποιήθηκε.

2)το 1939 η δικτατορία Μεταξά απέσπασε την επαρχία Αττικής και τη Σαλαμίνα από τη μητρόπολη Αττικής και Μεγαρίδος (που ονομάσθηκε πλέον Μεγαρίδος με έδρα τα Μέγαρα) και τις υπήγαγε πάλι στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών, όπου παρέμειναν ώς το 1941, και

3)το 1969 ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος παρεχώρησε τούς δήμους Αιγάλεω, Αγίας Βαρβάρας και Χαϊδαρίου στη νεοϊδρυμένη τότε (ΝΔ 4589/10-11-1966) μητρόπολη Νικαίας.

Από τους αρχιερείς που την τελευταία ογδοηκονταετία (1923-2003) 
ποίμαναν ως αρχιεπίσκοποι την Εκκλησία των Αθηνών σημειώνουμε τους: 

Χρυσόστομο Α' τον Παπαδόπουλο (1923-1938) καθηγητή του Πανεπιστημίου, διευθυντή της Ριζαρείου και ακαδημαϊκό, διαπρεπή εκκλησιαστικό ιστορικό. Χρύσανθο Φιλιππίδη (1938-1941), τον από Τραπεζούντος, γνωστό για τούς εθνικούς του αγώνες και την κοινωνική του δράση. Δαμασκηνό Παπανδρέου (1941-1949), τον από Κορινθίας, που διακρίθηκε για το ανορθωτικό του έργο στην Κόρινθο μετά τούς σεισμούς του 1928, επέδειξε έργο εθνικό και κοινωνικό στα χρόνια της Κατοχής και χρημάτισε και αντιβασιλέας (31-12-1944 έως 27-9-1946). Σπυρίδωνα Βλάχο (1949-1956), τον από Ιωαννίνων, άνδρα μεγάλης επί πεντηκονταετία εθνικής προσφοράς, ήδη από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας στην Ήπειρο.Δωρόθεο Κοτταρά (1956-1957), τον από Λαρίσης, διαπρεπή νομομαθή και αφιλοχρήματο ιεράρχη, που δεν πρόλαβε όμως να υλοποιήσει τα μεγαλόπνοα σχέδιά του για την Εκκλησία. Θεόκλητο Β' τον Παναγιωτόπουλο (1957-1962), καλοκάγαθο ιεράρχη, που το 1958 ανακαίνισε και συμπλήρωσε το σημερινό Αρχιεπισκοπικό Μέγαρο, το οποίο πρώτος είχε ανεγείρει το 1892-1894 στον χώρο της Μονής του Αγίου Ανδρέα-Αγίας Φιλοθέης ο ρέκτης μητροπολίτης Αθηνών Γερμανός Καλλιγάς (1889-1896). Χρυσόστομο Β' Χατζησταύρου (1962-1967), τον από Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου, παλιό και σοφό ιεράρχη με εθνικές περγαμηνές. Ιερώνυμο Κοτσώνη (1967-1973), πανεπιστημιακό καθηγητή, που σε δύσκολους καιρούς έδωσε νέα πνοή στην εκκλησιαστική δραστηριότητα και οργάνωσε συστηματικά το προνοιακό έργο της Εκκλησίας. Σεραφείμ Τίκα (1974-1998), τον από Ιωαννίνων, που εργάστηκε φιλότιμα για την Εκκλησία. Τον Χριστόδουλο Παρασκευαΐδη (1998-2008), τον από Δημητριάδος, και Τον από Θηβών και Λεβαδείας Ιερώνυμον Λιάπη (2008 -), με σημαντική και πλούσια δράση σε όλους τους τομείς.

Στο διάστημα από την Απελευθέρωση ώς το 1974, η Εκκλησία αντιμετώπισε πολλά προβλήματα, παρουσίασε όμως και σπουδαιότατο πνευματικό και κοινωνικό έργο. Άπό τα προβλήματα μνηνονεύουμε τις συχνές διενέξεις με την Πολιτεία για ζητήματα εκκλησιαστικής περιουσίας και άλλα, τούς συνεχείς, σχεδόν, πολέμους που αντιμετώπισε η Ελλάδα και οι οποίοι δεν της παρείχαν τη δυνατότητα ν' ασχοληθεί απερίσπαστη με το έργο της, το Παλαιοημερολογιτικό ζήτημα κ.ά. Παρ' όλα αυτά όμως, η Εκκλησία των Αθηνών προχώρησε στο έργο της και στάθηκε αρωγός στο ποίμνιό της. Εργάστηκε σοβαρά για τη διάδοση του θείου κηρύγματος, την εξομολόγηση, την κατήχηση των νέων, την ανοικοδόμηση ναών και πνευματικών κέντρων, τη φιλανθρωπία προς ορθοδόξους και μη. 

Στα δύσκολα χρόνια του Β' Παγκοσμίου πολέμου, με την άγρυπνη μέριμνα του Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου αναπτύχθηκε σε μεγάλη έκταση η «Πρόνοια Στρατευομένων της Αρχιεπισκοπής Αθηνών», που με εθελοντικό, κυρίως, προσωπικό 2.000 περίπου ατόμων πρόσφερε ανυπολόγιστες υπηρεσίες όχι μόνο στους μαχόμενους στρατιώτες, αλλά και στις οικογένειές τους που είχαν απομείνει απροστάτευτες, ενώ επί Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού ο «Εθνικός οργανισμός Χριστιανικής Αλληλεγγύης» (ΕΟΧΑ), που για να εξιστορηθεί το έργο του «θα εχρειάζοντο ώρες πολλές και τόμοι στοιχείων άπειροι». Υπολογίζεται πώς τα συσσίτια του ΕΟΧΑ σε όλη τη χώρα έσωσαν πάνω από 400.000 παιδιά ενώ 300.000 ασθενείς βρήκαν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη τόσο στο πολυϊατρείο της Αρχιεπισκοπής, όσο και στα παραρτήματα του. 

Ακόμα,λειτούργησαν«Υπηρεσία Προνοίας Κρατουμένων»«Γραφείον των απορφανισθεισών οικογενειών» και «Γραφείον παροχής νομικών συμβουλών» το οποίο υπεράσπιζε ενώπιον των γερμανικών στρατοδικείων τούς συλλαμβανομένους.Έσωσε ακόμα γύρω στους 700 Εβραίους, εφοδιάζοντας τους με πιστοποιητικά πώς δήθεν ήταν χριστιανοί, και ανάμεσα τους τον αρχιραβίνο των Αθηνών και την οικογένεια του.

Υπάρχουν περιστατικά που ο Δαμασκηνός έφυγε από Ιερές Ακολουθίες προκειμένου να κάνει προσωπικές παραστάσεις στις Αρχές Κατοχής για ματαίωση εκτελέσεων, ορισμένες φορές με επιτυχία. Επιπλέον, τους εκάστοτε αρχιεπισκόπους Αθηνών απασχόλησαν και γενικότερα προβλήματα της Εκκλησίας, όπως η κατάρτιση συμφώνων προς το Κανονικό Δίκαιο και επομένως επωφελών γι' αυτήν Καταστατικών Χαρτών, η οικονομική της ανασυγκρότηση. Καθώς η ίδρυση και ανάπτυξη της Αποστολικής Διακονίας, η ανοικοδόμηση εκατοντάδων ναών που είχαν καταστραφεί από τα πολεμικά γεγονότα των ετών 1940-1949, η μόρφωση του ιερού κλήρου, οι εκδόσεις Αγίας Γραφής, λειτουργικών και εποικοδομητικών βιβλίων, η αντιμετώπιση των αιρέσεων κ.ά.










Δημοσίευση σχολίου